ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

-Είσαι κλέφτης, είσαι κλέφτης! Θα φωνάξω την αστυνομία!

Σταυροδρόμι στον κάμπο. Μια Mercedes του 90 παρκαρισμένη στον αγροτικό χωματόδρομο. Στον ασφαλτόδρομο στη δεύτερη οδό, που εξυπηρετεί ένα σύμπλεγμα νέων σπιτιών κάτω από μια συκιά ένα Renault ανοιχτό με μια νεαρή κυρία που κορνάρει και επαναλαμβάνει το "είσαι κλέφτης". Στη συκιά γαντζωμένος με μακρύ-κοντό παντελόνι ο κύριος Περικλής μαζεύει σύκα χρησιμοποιώντας δυο με τρεις σακούλες γνωστού σούπερ μάρκετ. Με το "είσαι κλέφτης" αρχίζει να κατεβαίνει από το δέντρο. Η νεαρή κυρία έχει μπροστά της έναν υπέργηρο κύριο, πρέπει να είναι γύρω στα 75 με πρόσωπο αποστεωμένο και μάτια γλυκά. Της έκανε εντύπωση η ταχύτητα και ο τρόπος που κατέβηκε από το δέντρο. Δεν ήταν έτοιμη να δει αυτή την εικόνα. Ετοιμάζεται να φύγει. Ο Περικλής την παρακαλεί να σβήσει τη μηχανή, πράγμα που κάνει σαν υπνωτισμένη.

- Ναι είμαι κλέφτης. Αυτό το κάνω κάθε 19 Αυγούστου. Τα σύκα αρέσουν της Ασπασίας. Της κάνουν καλό. Και μόνο γι αυτό θα συνεχίζω να κλέβω σύκα πάντα από αυτό το δέντρο που είναι σκέτη πρόκληση. Από τη μια πλευρά μου δίνει τους πιο γλυκούς καρπούς, από την άλλη την αφήνω να με πληγώνει με τους γαλακτισμένους χυμούς της που βγάζει στα πόδια μου. Είναι το αντίτιμο. Το αγαπώ αυτό το δέντρο. Μοιάζει της Ασπασίας. Μισό λεπτό σε παρακαλώ.

(Ανεβοκατεβαίνει από το δέντρο με μια σακούλα γεμάτη.)

- Θα παρακαλούσα να τα δεχτείτε και ας είναι κλεμμένα. Είναι πολύ γλυκά και είναι μαγικά. Δώστε και στο σύζυγό σας.

- Δεν είμαι παντρεμένη.

- Τότε στο σύντροφό σας. Α, το ξέχασα. Στις 15 Σεπτέμβρη θα είμαι στην 9η οδό όπου έχει δύο καρυδιές. Της Ασπασίας της αρέσουν τα φρέσκα ξεφλουδισμένα καρύδια.

- Είναι και αυτά μαγικά;

- Το μόνο σίγουρο!

Η νεαρή κυρία φεύγει με το αυτοκίνητό της. Τα σύκα είναι ιδιαίτερα γλυκά, ξεχωρίζει μερικά μεγάλα.

Ο κύριος Περικλής βάζει τις δυο σακούλες στο πορτ μπαγκάζ. Το σπίτι του είναι στο ύψωμα, ένα χιλιόμετρο από τη συκιά. Βάζει τη mercedes στο γκαράζ και κλειδώνει. Ξαφνικά βρίσκεται σε σύγχυση. Τα βήματά του τον πάνε στην εξώπορτα του σπιτιού. Εκεί τον περιμένει τρεις ώρες ένα ταξί. Ο οδηγός προθυμοποιείται να τον βοηθήσει με τις σακούλες. Δεν τις δίνει, κάθεται στο πίσω κάθισμα χαμογελαστός. Τα πόδια του τον φαγουρίζουν ασταμάτητα. Βλέπει την Ασπασία στο τραπέζι να χαμογελά, τρώγοντας τα καθαρισμένα από τον ίδιο μαγικά σύκα. Είναι πάλι μαζί. Ήταν 45 χρόνια μαζί. Έφυγε πριν 6 μήνες από καρκίνο χαμογελώντας.

Πριν από 8 μήνες ο κύριος Περικλής είχε αρχίσει να έχει απώλεια μνήμης και να δυσκολεύεται ακόμα να κατονομάσει τους φίλους του. Ποτέ δεν ξέχασε όμως το Ασπασία γιατί έτσι ονομάτιζε τα πάντα. Ο οδηγός του ταξί τον οδηγεί στην κλινική ευγηρίας. Ζητά από την νοσοκόμα ένα μεγάλο δίσκο. Βάζει τα σύκα με τρόπο και περιφέρεται στο διάδρομο. Προσφέρει πρώτα στην νοσοκόμα αποκαλώντας την Ασπασία. Συνεχίζει την προσφορά του μόνο σε γυναίκες αποκαλώντας τες με το όνομα της γυναίκας του, μέχρι που τελειώνουν. Στα δυο τελευταία έχει βουρκώσει. Δεν μπορεί να θυμηθεί το πρόσωπο της Ασπασίας.

Στις 15 Σεπτέμβρη η νεαρή κυρία είναι στην 9η οδό. Περνά ανάμεσα από τα χαλαρωμένα συρματοπλέγματα της περίφραξης. Στην αρχή κάθεται στη σκιά της μεγάλης καρυδιάς στο έδαφος. Άρχισε να βαριέται. Σε αρκετά κλαδιά υπάρχουν καρύδια με το πράσινο περίβλημά τους. Με ένα ξεραμένο κλαδί από το έδαφος ρίχνει αρκετά και μερικά απ το πέσιμο απαλλάσσονται από το περίβλημα τους. Με μια πέτρα τα σπάει, δοκιμάζει ξεφλουδίζοντάς τα. Η γεύση τους μοναδική. Πίσω από το παρκαρισμένο αυτοκίνητό της σταματά ένα τζιπ. Κατεβαίνει ένας νεαρός κύριος περίπου στην ηλικία της.

- Τι έχετε πάθει;

- Είμαι κλέφτρα καρυδιών, αν θέλετε μπορείτε να φωνάξετε την αστυνομία.

- Δεν έχω καμία διάθεση (και με κλειδί ανοίγει την πόρτα του περιφραγμένου χώρου)

- Είστε ο ιδιοκτήτης;

- Ναι, ήρθα να αφήσω την πόρτα ανοιχτή για κάποιον φίλο.

- Τον κύριο Περικλή;

- Μπορώ να καθίσω μαζί σας περιμένοντάς τον;

- Μα δικό σας είναι το οικόπεδο.

Η ώρα περνά. Κανείς από τους δυο δεν σηκώνεται να φύγει. Τα καρύδια είναι μαγικά. Αισθάνονται υπέροχα ξεφλουδίζοντας καρύδια. Τα δάχτυλα τους έχουν πρασινομαυρίσει.

- Δεν θα έρθει. Τον είχα γνωρίσει πάνω στην καρυδιά, όπως εσύ είχε ένα σκουπόξυλο και με αυτό χτυπούσε τα κλαδιά. Ήταν πολύ ψηλά, σχεδόν στην κορυφή του δέντρου. Όταν τον ρώτησα γιατί το κάνει μου απάντησε χωρίς να κατέβει ότι είναι κλέφτης καρυδιών κι ότι θα υποστεί τις συνέπειες. Άρχισε να κατεβαίνει με ευκολία και όταν βρέθηκε μπροστά μου, χωρίς να πάρει ανάσα, συνέχισε. Έχω μια δικαιολογία, τα καρύδια αρέσουν της Ασπασίας. Του απάντησα αν είναι έτσι τότε πάρε όσα θέλεις. Εκείνη τη στιγμή για πρώτη φορά στη ζωή μου είδα τα πιο γλυκά δακρυσμένα μάτια. Τον ρώτησα γιατί τα κλέβει, του λέω δεν φαίνετε να έχετε ανάγκη από χρήματα. Μου απάντησε έχω ανάγκη να βλέπω την Ασπασία να χαμογελά, γιατί γνωρίζει ότι τα κλέβω γι αυτήν και από τη στιγμή που ανεβαίνω στο δέντρο γι' αυτήν είμαι υγιής. Φοβάται μην πεθάνω. Το να δώσω χρήματα δε μου λέει τίποτα. Το να κουραστώ να προσπαθήσω ακόμα και να πέσω από το δέντρο είναι το αντίτιμο μιας ζωής ονειρεμένης, μαγικής που τελειώνει βιολογικά. Θέλω να μοιράζομαι τον πόνο της και τελειώνοντας για να μην σε κουράζω άλλο κι εγώ είμαι ασθενής στο αρχικό στάδιο. Έχω αρχίσει να μην θυμάμαι ονόματα. Ούτε το όνομα της αρρώστιας μου. Γι αυτό όταν με ρωτούν τους απαντώ Ασπασία. Την συκιά, τις καρυδιές, το αυτοκίνητο μου, τα πάντα έχουν το όνομά της. Θέλω να πιστεύω ότι με αυτόν τον πρακτικό τρόπο θα το θυμάμαι για πάντα. Ξεκινήσαμε με τη βοήθεια της τύχης έναν μεγάλο έρωτα. Και καταλήξαμε σε μαγική αγάπη. Είμαι ένας σχιζοφρενής ερωτευμένος. Κι έτσι τελείωσε η κουβέντα μας.

- Ας φύγουμε σε παρακαλώ.

- Και τα καρύδια που είναι κάτω;

- Άστα σε περίπτωση που θα έρθει.

- Έχω ανάγκη από ένα κρύο ποτό.

- Φεύγουμε με ένα αυτοκίνητο.

Στο γυρισμό κάτω από την καρυδιά δεν υπάρχει ούτε ένα καρύδι. Στη βάση του δέντρου δυο μεγάλα καρύδια χωρίς το περίβλημα τους.

- Διάλεξε ποιο από τα δυο θέλεις.

- Γιατί δεν είναι τα ίδια;

- Όχι το ένα είναι μαγικό και το άλλο τυχερό.

- Το μαγικό.

- Δυστυχώς πρέπει να χωρίσουμε.

- Δεν είναι απαραίτητο. Θα περάσω να σε πάρω από το σπίτι σου στις 10. Η Θεσσαλονίκη είναι άδεια. Θα είναι όμορφα. Που μένεις;

- Στη δεύτερη οδό. Εκεί που τελειώνει ο δρόμος.

- Είμαι ασυγχώρητος. Δεν έχουμε καν συστηθεί. Ανδρέας.

Με δυσκολία ψελλίζει το όνομα:  "Άσπα, από το Ασπασία."
Συνήθως το πρωί έπινε μια κούπα γάλα. Αν πεινούσε πολύ τη ζέσταινε κιόλας για να τον πιάσει. Το ξυπνητήρι χτύπησε σαν εμβατήριο της Βόρειας Κορέας, του Κιμ γιονγκ ουγκ ή κάτι τέτοιο. Πετάχτηκε απ' το λήθαργο, πλύθηκε, ντύθηκε σαν αυτόματο και άνοιξε το ψυγείο. Το γάλα μύριζε, είχε λήξει εδώ και μέρες.

Πηγαίνοντας στο γραφείο χώθηκε στα στενά σ' ένα παντοπωλείο απ’όπου σπάνια ψώνιζε. Πάντα το έβλεπε περνώντας και του φαινόταν μίζερο, σαν αναχρονισμός. Είχε φθαρμένα αυτοκόλλητα της κόκα κόλα στα τζάμια και μια ταμπέλα βαμμένη στο χέρι που εδώ και χρόνια έγραφε "νεωτερισμοί". 

Στο μαγαζί, στρωμένο μωσαϊκό, ψηλά ράφια με κονσέρβες, πατατάκια, περιοδικά, τσάο, σοκ, 7μέρες τιβί, παραμορφωμένες σοκολάτες, παγωτά μέσα σ' ένα σκουριασμένο ψυγείο. Τι περίεργο πράγμα, πάντα αυτά τα κουτσομπολίστικα περιοδικά έχουν τη Μενεγάκη στο εξώφυλλο, σκέφτηκε.

Πηρέ ένα γάλα και πήγε στο ταμείο. Μια μικρόσωμη γριά ισα που φαινόταν πίσω απ' τον πάγκο. Ήταν σαν μην τον έχει δει καν. 

«Πόσο έχει;» Εκείνη ξύπνησε απ' το λήθαργο, γύρισε αργά, τον κοίταξε με βουρκωμένα μάτια.

«Κάτσε να δω». Άνοιξε ένα τεφτέρι με ορνιθοσκαλίσματα. Έτρεμε. 

«Καλά μη μου πεθάνεις κιόλας».

«Καλά θα 'ταν. Να ησυχάσω, να τελειώσουν τα βάσανα μου».

«Τι έγινε, τι έπαθες;» είπε εκείνος εύθυμα. 

«Βαρέθηκα να δουλεύω».

«Και εγώ».

«Εσύ;» 

Τον κοίταξε καλά καλά, της φαινόταν μικρός, αλλά δεν ήταν σίγουρη αν είναι. Τριαντάρης το πολύ, αλλά μπορεί και σαραντάρης που μικρόφερνε. Δεν ήταν ακριβώς άσχημος. Όχι άσχημος, κουρασμένος. Ένας πολύ κουρασμένος τριαντάρης ή ένας πολύ γενναίος σαραντάρης.

«Κάρτα παίρνεις;» Έβαλε το pin του λάθος. Το ξανάβαλε. Λάθος. «Δεν το πιστεύω ρε γαμώτο, απίστευτο, ξέχασα το pin μου».

«Εντάξει, ηρέμησε λίγο. Κάτσε λίγο να ηρεμήσεις, την τρίτη φορά σου κλειδώνει την κάρτα».

«Άρχισαν τα όργανα, άρχισα να ξεχνάω, αλτζχάιμερ».

Τον κοίταξε έντονα, κατάματα. 

«Και εγώ ξεχνάω. Παίρνω φάρμακα». Βούρκωσε. Έκατσε στο σκαμνάκι της, κρυμμένη πίσω απ' τον πάγκο με τις σκονισμένες τσίχλες, τις λιωμένες σοκολάτες και τα πλαστικά πιστολάκια. «Η κόρη μου έχει γενέθλια σε μια βδομάδα και δεν θυμάμαι πού έβαλα το δώρο».

«Μονή σου μένεις;»

«Ναι, ο άντρας μου συγχωρέθηκε, η κόρη μου είναι στο Λονδίνο. Είναι χρόνια εκεί, βρήκε καλή δουλεία και έμεινε».

«Είχα πάει πριν είκοσι χρόνια στο Λονδίνο, διακοπές».

«Θα 'ρθει για τα γενέθλια της και δεν θυμάμαι πού το 'βαλα. Θα 'ρθει να με πάρει να πάμε στο Σούνιο. Μικρή τρελαινόταν για τη θάλασσα, εκεί την πηγαίναμε».

*

Είχε ένα πύργο και ένα λαπτοπ. Δυο οθόνες πάνω στο γραφείο του διπλά σε μια στίβα δικόγραφα. Ένιωθε παντοδύναμος, έχω το μαχαίρι έχω και την πίτα. Κάθε πρωί, όμως, που η συνείδησή του δεν είχε ξυπνήσει πλήρως και ήταν ένα ζόμπι που ακλουθούσε τη μυρωδιά του καφέ, μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, έβλεπε το μικρό καραβάκι πάνω στο γραφείο του. Ένα ιστιοφόρο του δεκάτου ενάτου αιώνα. Τότε πάντα θυμότανε το στίχο: "θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές κάνοντας αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία" και το ποίημα εκείνο απ' το Δημοτικό, το Στρατή, "όταν πεθάνω βρε Γιωργή βαλε στον τάφο μου πανιά, πες πως ταξιδέψε κι αυτός ο τυχερός ο τυχερός". 

Μετά βλέπει τα mail του, τις παγκόσμιες εξελίξεις στο googlenews, πίνει τον αχνιστό μυρωδάτο καφέ και ξεκίναει δουλειά. Το καραβάκι κρύβεται πίσω απ' τη μολυβοθήκη, τα ποτήρια και τη συσκευή του τηλεφώνου. Ως το άλλο πρωί που το γραφείο είναι καθαρό οι υπολογιστές κλειστοί κι η μόνη παραφωνία σ' αυτήν την τάξη κι ασφάλεια, είναι ένα μικρό ιστιοφόρο που πλέει για πάντα με όλα του τα πανιά ανοιχτά. Αρμενίζει να φτάσει εκεί, για εκεί που εκείνος δεν ξεκίνησε ποτέ.

Το μεσημέρι έκανε διάλλειμα. Μπήκε στο site car.gr ενώ μασουλούσε μια σπανακοτυρόπιτα και γέμιζε φύλλα και λάδια τα δικόγραφα. Άρχισε να ψάχνει για ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο. Όχι οποιοδήποτε, αλλά ένα συγκεκριμένο αυτοκίνητο. MAZDA MX5. Το εφηβικό του όνειρο. Έβαλε το χέρι του στον κάδο και βρήκε την απόδειξη απ' το γάλα. Πήρε τηλέφωνο στο ψιλικατζίδικο.

«Έλα, εγώ είμαι. Που είχα έρθει το πρωί και πηρά γάλα και μου 'λεγες για τα γενέθλια της κόρης σου. Ναι, ωραία, λοιπόν το Σαββάτο θα 'ρθω να σε πάρω να πάμε βόλτα στο Σούνιο. Να το σημειώσεις, κόλλα το μπροστά σου και δεν θα το ξεχάσεις».

  *

Πάρκαρε στην άκρη του δρόμου, δίπλα σε κάτι άδεια τραπέζια πικνίκ. Τράβηξε για δεύτερη φορά στη ζωή του το χειρόφρενο του μάζντα και άναψε ένα κάμελ. 

«Σ' ενοχλεί;»

«Όχι, ο μακαρίτης κάπνιζε σαράντα χρόνια. Ρόθμανς, εγγλέζικα. Έπλενα τις κουρτίνες και στάζαν τσιγαρίλα. Τα χαλιά, τα τραπεζομάντηλα, τα σεντόνια, όλα πότισαν, κιτρίνισαν». 

«Και εσύ πότισες». Η γριά ξεκαρδίστηκε. «Το βρήκες το δώρο;»

«Σήκωσα όλο το σπίτι, δεν ξέρω τι έγινε, ξεκούτιανα τελείως».

Μπροστά τους ο γκρεμός κατάφυτος με δέντρα κατηφόριζε στα σύνορα που ο γαλάζιος ορίζοντας έσμιγε με το μπλε της θάλασσας.

«Κάθε μέρα είναι και χειρότερα. Σήμερα ήρθε μια κυρία και μου λέει, "Άννα τι κάνεις;" Δεν ήξερα τι να της πω. "Γεια σας", της είπα. "Δε με θυμάσαι; ερχόμουν κάθε μέρα πέρσι. Δεν θυμάσαι που είχα καρκίνο και είχε πέσει το μαλλί μου και μου 'κανες δώρο μια μαντήλα;"». Τον κοίταξε σαν να περίμενε κάτι. «Πώς μπόρεσα να ξεχάσω κάτι τέτοιο;» 

Εκείνος κοιτούσε τη θάλασσα. Δεν μιλούσε. Νομίζω οτι κάτι χάθηκε από μέσα μου. Απλά προσποιούμαι ότι είμαι ζωντανός. Κρατούσε την παλιά κάρτα ανεργίας στο πορτοφόλι του για να θυμάται. Για να μη ξεχάσει. Ποτέ.

«Χάνω την ψυχούλα μου». Έκλαιγε με αναφιλητά. 

«Έκατσα στην Πρόνοια. Μαζί με τα πρεζάκια, τις πόρνες και τους γύφτους. Τους τελειωμένους όλους, τα κατακάθια της κοινωνίας, για να βγάλω βιβλιάριο υγείας απόρου, για να κάνω μαγνητική. Τρεις μήνες με πονούσε ο ώμος. Τρία χρόνια άνεργος. Η υπάλληλος, μια κοντόχοντρη πενηντάρα με αγορέ μαλλί διάβασε την αίτησή μου. Σήκωσε τα μάτια και με κοίταξε γουρλωμένη μέσα απ' το γκισέ. "Δικηγόρος; Και εσείς εδώ;"» Και εμείς.

«Φαίνεσαι τόσο νέος».
«Βάζω αγγουράκια στα μάτια και μπριζόλες στα μάγουλα». Εκείνη χαμογέλασε. «Κανά πέντε έξι χρόνια ακόμα έχω και θα γεράσω απότομα, θα γίνω στάχτη».
«Γιατί το λες; 
«Κρατάω σφιχτά μέσα μου όσα έγιναν και κάποια στιγμή δεν θ' αντέξω και θα ξεχειλίσουν απ' τους πόρους μου και δεν θα 'μαι σαν το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ, γερός κι άσχημος, θα 'μαι απλά θλιμμένος. Δεν έχουν βγάλει κρέμες και πλαστικές για την θλίψη.

Εκείνη κοίταξε τα πόδια της. Πέρασε το χέρι του πάνω στους μικροσκοπικούς ώμους της, «έλα, δεν πειράζει, θα της πάρουμε άλλο».

*

Πέρασε σχεδόν ένας μήνας απο τότε που την άφησε έξω απ' το σπίτι της. Καμπουριασμένη, τυλιγμένη στο γκρι ζακετάκι της, τον κοιτούσε με θολωμένα μάτια που μάρσαρε ξεμακραίνοντας και του έγνεφε. Εκείνη τη μέρα αποφάσισε να μην ψωνίσει απ' το συνηθισμένο του σουπερμάρκετ. Μπαίνοντας την είδε κουλουριασμένη πίσω απ' τον πάγκο να παραμιλάει.
«Τι έπαθες πάλι;» είπε και αντίκρισε το κενό της βλέμμα.
«Η κόρη μου έχει γενέθλια σε μια βδομάδα και δεν θυμάμαι που έβαλα το δώρο». 
«Έλα δεν πειράζει θα πάρουμε άλλο». Της σκούπισε τα μάτια, πηρέ ένα γάλα και πλήρωσε. Φεύγοντας στάθηκε στην πόρτα, γύρισε και της είπε, «θα περάσω το Σαββάτο να σε πάρω να πάμε βόλτα στο Σούνιο».
Τον κοίταξε με έκπληξη. Μετά έλαμψε ολόκληρη. Του χαμογέλασε και σαν να του φάνηκε πως βαθιά μέσα της τον θυμότανε.

Φωτογραφία: Tony Katany
Ανηφόριζε η ομίχλη από την θάλασσα των Παγασών πηχτή κι αδιαπέραστη σαν εκπληρωμένη προφητεία. 
Μηχανικά ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών κι ένιωσε πάλι τους κόκκους της άμμου ανάμεσα στα δάχτυλα. 

Πρόσεχε πάντα να μην κάνει θόρυβο, ελαφριά πατούσε πάνω στα 
σκουρόχρωμα σανίδια, μίλαγε χαμηλόφωνα κι ώρες ατέλειωτες καθόταν ολομόναχη μπροστά στο παράθυρο με τραβηγμένες τις κεντητές κουρτίνες. 

Βαστώντας την αναπνοή της και με τα βλέφαρα σφαλιστά ακούμπησε το αφτί ακριβώς εκεί όπου ρόδιζε το στόμιο. 
Εκείνη που μπορούσε να μαντέψει από τον ήχο και μόνο του ανέμου αν οι σπιλιάδες σε όλο το μάκρος του κόλπου ήσαν μικρές ή μεγάλες, που μπορούσε με σιγουριά να πει το όνομα του βαρκάρη ακούγοντας μονάχα το λαμνοκόπημά του κι από των γλάρων το κρώξιμο να καταλαβαίνει αν η καταιγίδα θα κρατούσε για λίγο ή πολύ, τίποτε άλλο δεν άκουσε. 
Εκτός από το μακρινό κροτάλισμα της πριονοκορδέλας και το τρίξιμο από τα αναμμένα κούτσουρα στο τζάκι, τίποτε άλλο. 

Ένιωσε την ανατριχίλα που προκαλεί η επαφή με τις παγωμένες επιφάνειες, τα μάτια της να τσούζουν, μια γεύση στάχτης, ένιωσε κάτι σαν προδοσία. Και σαν ήττα.
Το διάφανο κρύσταλλο προφύλαγε τη ζωγραφιά, κάτω στα δεξιά είχε βάλει ο καλλιτέχνης την υπογραφή του, ποτέ όμως δεν κατάφερε να τη διαβάσει. Και ποτέ δεν ρώτησε να μάθει. Η διαδρομή ανάμεσα στις σπείρες και τις έλικες της έφερε ζαλάδα, θαύμασε για άλλη μια φορά την τεχνοτροπία και το ταλέντο του, παραπάτησε και πιάστηκε από το περβάζι. 
Ο πίνακας με το κοχύλι ήταν κρεμασμένος στον τοίχο, δίπλα στο παράθυρο του υπνοδωματίου. Τα περβάζια εδώ είναι χτισμένα στο εσωτερικό του σπιτιού για να μην στοιβάζεται πάνω τους το χιόνι. Εδώ επάνω ήταν και δυο μπουκάλια με τσίπουρο κι άλλα δυο με κρασί μπρούσκο, ένας χοντροφτιαγμένος, ξυλόγλυπτος κένταυρος κι ακουμπισμένες στην κόγχη ένα μάτσο γκλίτσες.
Όλα της φαίνονταν άγνωστα, όλα εχθρικά. 
Είχε και πάλι διακοπεί η ηλεκτροδότηση, η μυρωδιά του πετρελαίου από τη λάμπα θυέλλης της έφερνε βήχα, ο καπνός από τα μουσκεμένα ξύλα της έφερνε δάκρυα, τα δεδομένα που είχαν αλλάξει της έφερναν δάκρυα.

Στο καλντερίμι ξεχείλισαν τα πλαϊνά χαντάκια και κάμποσες πέτρες είχαν ξεκολλήσει από τους αρμούς μετά την τελευταία νεροποντή. Κι οι κάτοικοι μιλούσαν σ’ εκείνη τη διάλεκτο με τα λιγότερα φωνήεντα και τις συχνές σιωπές που δεν είχε προσπαθήσει να καταλάβει.

Στις εύξεινες, ξανθές ακτές που είχε ως τώρα ζήσει, οι άνθρωποι ήσαν πάντα χαμογελαστοί και το κρασί ήταν πάντα γλυκόπιοτο. 

Τα καλοκαίρια κατέβαινε ένα ευλογημένο αεράκι από τις πλαγιές του Πηλίου, θρόιζαν τ’ αλμυρίκια κι έλαμπαν τα οπωροφόρα, έλαμπαν και των ανθρώπων τα χαμόγελα. Χόρευαν απαλά η Γλαύκη, η Κυμοθόη κι η Ευδώρα με τα πλατύγυρα καπέλα τους και τις γυμνές τους πατούσες ακολουθώντας το τραγούδι από τα στόματα των κοχυλιών. 

Τις χειμωνιάτικες λιακάδες παιχνίδιζε το φως και πότε-πότε η μπουκαδούρα φρεσκάριζε τις μαλακές παρειές των κοριτσιών. Στα κτήματα και στις αυλές τα παλικάρια κατέθεταν αμαχητί τα όπλα τους κι όλοι μαζί έκαναν σπονδές στον έρωτα.

Μάταια είχε πέσει γονατιστή μπροστά στα πόδια του κύρη της και του χάιδευε τα γόνατα:
«Μη με στέλνεις στα ορεινά σεβαστέ μου πατέρα. Δεν θα αντέξω».

Κι όμως άντεχε.

Γιατί τα πρωινά ο νεαρός πρίγκιπας της πρόσφερε γλυκό του κουταλιού μέσα σε χλωρά πλατανόφυλλα.

Γιατί τις νύχτες κάλπαζαν μαζί ως τα υψίπεδα και τις κορφές. Ως το ανέσπερο ξέφωτο με τα γαλάζια κρίνα που ποτέ δεν μαραίνονταν και που μόνο εκείνος γνώριζε. Κι ως το επόμενο καλοκαίρι που ήταν πάντα πιο όμορφο από το προηγούμενο. 

«Δεν ωφελεί να είσαι συνεχώς υπεράνω» της έλεγε τις στιγμές που βρίσκονταν πρόσωπο με πρόσωπο.

Tην σκέπαζε στοργικά όταν κάποτε ξεπέζευαν, απλωμένη μια θαλπωρή σε όλο το δωμάτιο, όρθιος συδαύλιζε αυτός τη φωτιά, γέμιζε δυο ποτήρια, η αντανάκλαση και οι σκιές έκαναν πιο αισθητούς τους κοιλιακούς του Κούρου και τα ψηλόλιγνά του πόδια και δεν την πείραζε που αργούσε να ξημερώσει…
"Όλοι οι άνθρωποι έχουν άπειρα να διηγηθούν. Το μόνο που αλλάζει είναι η αξία που δίνει ο καθένας στο καθετί που του συμβαίνει. Η διήγηση είναι κάτι μαγικό και ξεκλειδώνει μόνο όταν αυτός που διηγείται έχει δίψα να πει κι αυτός που ακούει έχει δίψα να ακούσει."

Ημερολόγιο Τουρ


Τι σ' έκανε να μοιραστείς το «ημερολόγιό» σου με περισσότερους ανθρώπους;

Επηρεάστηκα από τον Kerouac, τον οποίο ξαναδιάβαζα εκείνη την περίοδο. Ταξίδευε κι έγραφε για όσα συναντούσε κι όσους γνώριζε. Ξέρω φυσικά ότι η εποχή που γράφτηκε το On the Road και τα υπόλοιπα ήταν πολύ διαφορετική από τη σημερινή, τόσο για τους εκφραστές της όσο και για το αναγνωστικό κοινό. Σήμερα πιστεύω πως αυτός ο τρόπος γραφής δεν είναι ξεπερασμένος, αλλά μάλλον παραμελημένος. Ήθελα να δω αν μια αληθινή ιστορία μπορεί να συνεπάρει κάποιον, ειδικά δε κάποιον που δε με ξέρει. Αν μπορεί μια απλή διήγηση να είναι «αρκετή».

Ποια είναι τα άγχη και οι ενδοιασμοί που μπορεί να έχει ένας νέος συγγραφέας;

Στην Ελλάδα δυστυχώς νέος καλλιτέχνης θεωρείται ο 30χρονος. Το ίντερνετ δίνει σε νέους ανθρώπους την ευκαιρία να δείξουν και να προωθήσουν μόνοι τους το έργο τους όμως πέραν αυτού, οι ευκαιρίες που δίνονται από εκδοτικούς οίκους και δισκογραφικές εταιρείες είναι ελάχιστες. Όσο προωθείται το σκεπτικό αυτό (του 30χρονου «νέου» καλλιτέχνη), οι αναγνώστες/ακροατές αντιμετωπίζουν το έργο οποιουδήποτε νέου με καχυποψία ως προς την αξία του, κρίνοντας μόνο από την ηλικία του δημιουργού. Ένας φόβος λοιπόν ήταν το να αντιμετωπιστεί το βιβλίο αυτό σαν μια απλή παιδική προσπάθεια.

Τη δημιουργία ενός βιβλίου μπορείς να τη συγκρίνεις με τη δημιουργία μιας μουσικής σύνθεσης;

Οποιαδήποτε δημιουργία σε θέτει αντιμέτωπο με τον εαυτό σου. Σε αναγκάζει να ξεκαθαρίσεις στον εαυτό σου, μεταξύ άλλων, τις προθέσεις σου. Είτε γράφεις ένα τραγούδι είτε γράφεις ένα βιβλίο, πρέπει να ξέρεις γιατί το κάνεις, τι θες να σημαίνει. Το σίγουρο είναι πως η συγγραφή και η σύνθεση είναι διαδικασίες ψυχαναλυτικές και ψυχοθεραπευτικές.

Θα μπορούσε το γράψιμο να σε «κλέψει» από τη μουσική;

Πέρα από κοινωνικά και επικοινωνιακά, η μουσική και το γράψιμο είναι ζητήματα προσωπικά. Έχουν δοκιμαστεί ως μέρη της καθημερινότητάς μου επί πολύ καιρό κι έχουν μείνει στη ζωή μου επειδή τα χρειάζομαι, μου κάνουν καλό. Για να το θέσω αλλιώς, βρίσκονται στη μικρή λίστα με τα πράγματα χωρίς τα οποία δε μπορώ, τουλάχιστον προς το παρόν. Το να πάρει το ένα τη θέση του άλλου δεν το βρίσκω πιθανό. Απλώς κάποιες περιόδους επικεντρώνομαι στο ένα κι άλλες στο άλλο.

Μπορείς να μας διηγηθείς κάποιο άλλο περιστατικό που δεν μπήκε στο βιβλίο ...αλλά θα 'πρεπε;

Το στοίχημα του βιβλίου ήταν να γραφτούν όλα.

Ποιο περιστατικό ή ποια στιγμή όταν την ανακαλείς στη μνήμη σου, στάθηκε αδύνατο να περιγραφεί ως προς την έντασή της;

Το πιο δύσκολο ήταν να περιγράψω την ένταση των στιγμών. Τελικά κατάλαβα πως όσος καιρός κι αν αφήσεις να περάσει πριν επιχειρήσεις να περιγράψεις κάτι, μερικές φορές είναι αδύνατο να περιγράψεις πόσο πραγματικά σε άγγιξε και σε άλλαξε.

Μείναμε με την απορία πώς είναι ο Άλλος Μηνάς. Ως προς τι σ' άλλαξε αυτή η περιοδεία;

Αποκαθήλωσε το μύθο του εξωτερικού. Το πόσο δηλαδή παρουσιάζεται ως απόλυτα απρόσιτο στις ελληνικές μπάντες που ευελπιστούν να παίξουν έξω. Το επίπεδο είναι προσιτό και οι άνθρωποι πρόθυμοι να ακούσουν πρωτότυπη μουσική και να την υποστηρίξουν. Όμως πέρα απ’ αυτό, το πιο σημαντικό που πήρα απ’ αυτή την περιοδεία είναι πως με έκανε πιο πρόθυμο να δέχομαι μια κακή εμπειρία και να την αντιμετωπίζω με ψυχραιμία, σαν να ήτανε καλή.

Σε δυο-τρία σημεία του βιβλίου σου εκφράζεις πικρία για την αντιμετώπιση των μουσικών στην Ελλάδα του 2017. Τι θα μπορούσε ν' αλλάξει; Πώς θα ήταν ιδανικά το επάγγελμα του μουσικού;

Το επάγγελμα του μουσικού είναι περίεργο, ειδικά στην Ελλάδα. Πρώτον, το να δουλεύεις ως μουσικός δε συνεπάγεται αναγκαστικά πως θα παίζεις μουσική που ο ίδιος έχεις γράψει. Οι περισσότεροι επαγγελματίες μουσικοί ζουν παίζοντας μουσική άλλων (εκτός από καταξιωμένους καλλιτέχνες και κυρίως του λαϊκού ρεπερτορίου). Τυχαίνει να παίζω σε σχήματα που παίζουν διασκευές και σε άλλα που παίζουν αυστηρά μόνο πρωτότυπο υλικό. Το βρίσκω κάπως λυπηρό να είναι πιο προσοδοφόρο το να παίζεις διασκευές σε κάποιο μπαράκι για ανθρώπους που βγαίνουν για ένα ποτό απ’ το να παρουσιάζεις τη δική σου δουλειά. Πέρα απ’ αυτή την παρατήρηση, νιώθω φοβερά τυχερός που καταφέρνω προς το παρόν να βγάζω λεφτά κάνοντας αυτό που αγαπώ.

Έχεις κρατήσει ημερολόγιο από άλλες περιοδείες ή περιόδους της ζωής σου; Πότε γράφεις;

Ποτέ δεν κρατούσα ημερολόγιο. Πρώτη ίσως φορά ήταν αυτή στο πίσω κάθισμα του μπλουζμομπίλ. Εκτός απ’ αυτό όμως, είναι πολλά ακόμα τα χαρακτηριστικά του «Ημερολογίου Τουρ» που το κάνουν να διαφέρει από τα υπόλοιπα γραπτά μου.

Αυτό που με ενδιαφέρει κατά κύριο λόγο είναι να συλλέγω ιστορίες που ακούω από άλλους ανθρώπους. Όταν βρίσκω χρόνο να συγκεντρωθώ στο γράψιμο, προσπαθώ να καταγράψω κάπως πιο μυθιστορηματικά κάποιες απ’ αυτές τις ιστορίες. Τις περισσότερες όμως φορές τα γραπτά μου είναι σύντομες ιδέες που θα μου 'ρθουν οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας, τις οποίες γράφω και ξαναγράφω μέχρι να καταφέρω να τους δώσω τη μορφή και την έκταση που τους ταιριάζει περισσότερο. 

Τι θα 'θελες να κρατήσει ο αναγνώστης, που θα ταξιδέψει με το βιβλίο σου, ως μήνυμα;

Το πόσο ωραίο είναι να ζει και να ταξιδεύει κανείς παίζοντας μουσική. Ελπίζω πως μια τέτοια εμπειρία δοσμένη απ’ τη σκοπιά ενός 22χρονου θα βοηθήσει να σταματήσει να φαίνεται αυτός ο τρόπος ζωής μυθιστορηματικός ή βγαλμένος από ταινία και να φανεί αληθινός και προσιτός. 


Διαβάστε:
Το 1988 κυκλοφορεί ένα βιβλίο με τριάντα έξι κείμενα του Μάνου Χατζιδάκι, τα οποία είχαν εν τω μεταξύ εκφωνηθεί σε εκδηλώσεις και ομιλίες ή είχαν δημοσιευτεί στον τύπο. 
Η μεγάλη τους απήχηση στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό δεν είχε να κάνει μόνο με την αναγνωρισιμότητα του μεγάλου μουσικοσυνθέτη, αλλά και με την αξία της σκέψης του: δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ορισμένα από τα κείμενα αυτά, ακόμη και αν δεν γράφονταν από τον εγνωσμένης αξίας καλλιτέχνη, θα στέκονταν ως αξιομνημόνευτα φιλοσοφικά δοκίμια.
Πρώτον, για τον τρόπο με τον οποίο αναλύονται οι θεματικοί του άξονες. Ο Χατζιδάκις ορίζει και δεν απεραντολογεί, αναλύει και δεν τσαλαβουτάει σε ωκεανούς εικόνων. 
Δεύτερον, για την σφριγηλή, ανυπόκριτη οπτική που προσφέρει σε όσα τον απασχολούν, είτε πρόκειται για επίκαιρα είτε για διαχρονικά ζητήματα. 
Τρίτον, για τις ρηξικέλευθες προτάσεις του. Κάποιες από αυτές μοιάζουν σχεδόν αυτονόητες σήμερα ενώ προκαλούσαν σε προηγούμενες δεκαετίες. Άλλες παραμένουν αιρετικές και γενναίες γιατί επιβιώνουν τα ίδια δομικά κοινωνικά προβλήματα που τον ταλαιπώρησαν.
Το συγκεκριμένο βιβλίο, λοιπόν, περιέχει όχι απλώς "σημαντικά" κείμενα, αλλά τέτοια που στάθηκαν ικανά να ανατρέψουν, ή τουλάχιστον να αμφισβητήσουν αυταπάτες που χρόνιζαν στην ελληνική κοινωνία. Ενδεικτικά αναφέρουμε πως ο Χατζιδάκις ήταν ο πρωτεργάτης και ο κοπιώδης αγωνιστής για την αποκατάσταση του ρεμπέτικου ως προς την μουσική και στιχουργική του αξία (κάτι που έγινε όχι μόνο ιδεολογικά, αλλά και μουσικά από τον ίδιο, αφού ενορχήστρωσε συμφωνικά παλιά γνωστά ρεμπέτικα). Ακόμη, άσκησε δεινή κριτική στο ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 80, τη στιγμή που ένα μεγάλο μέρος της χώρας βρισκόταν σε πολιτικό ντελίριο. Δεν θα πρέπει όμως εύκολα να αποδίδουμε αυτή του την πολεμική στη δηλωμένη του δεξιά καταβολή: Την ίδια στιγμή, αφήνει άφωνη την κοινή γνώμη καταθέτοντας το δοκίμιο "Αναρχικός: Ένας μύθος σύγχρονης καταδίωξης", όπου διαβλέπει την σκοπούμενη ταύτιση της έννοιας "αναρχικός" με τον χουλιγκανισμό, τη στιγμή που πολλοί επιφανείς αριστεροί διανοούμενοι της εποχής κώφευαν. Άλλωστε, δεν ήταν λίγες οι φορές που κατακεραύνωσε την συντηρητική παράταξη για έλλειψη οράματος και ιδεολογίας. Τελικά, ο Χατζιδάκις είχε σε μεγάλο βαθμό πετύχει κάτι που είναι δύσκολο να κάνει κανείς, να "συλλογάται ελεύθερα", πέρα από τις επικαλούμενες ιδιότητες, τις προσωπικές προτιμήσεις ή την κοινή γνώμη. 
Από όλα αυτά, εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς το εύρος της σκέψης του Χατζιδάκι, έτσι που πλάι στις άλλες ιδιότητές του, αυτές του συνθέτη, μαέστρου, τραγουδοποιού, πιανίστα, μπορούν κάλλιστα να σταθούν κι εκείνες του ποιητή και του φιλοσόφου

Ενδεικτικά αποσπάσματα:

ΓΙΑ ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ
Το να θελήσει, λοιπόν, κανείς ν'αγνοήσει την πραγματικότητα και μάλιστα του τόπου του, μόνο κακό του κεφαλιού του μπορεί να κάμει... Τα χρόνια μας είναι δύσκολα και το λαϊκό μας τραγούδι, που δεν φτιάχνεται από ανθρώπους της φούγκας και του κοντραπούντου ώστε να νοιάζεται για εξυγιάνσεις και για πρόχειρα φτιασιδώματα υγείας, τραγουδάει την αλήθεια και μόνο την αλήθεια.
 Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΜΙΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΜΑΣ
Γιατί δε μ'αρέσει να παριστάνω τον πολύ Έλληνα. Θέλω να είμαι όσο είμαι. Καιρός είναι η έννοια Έλληνας να δώσει τη θέση της στην έννοια άνθρωπος. Και τότες πιστεύω πως θα συνδεθούμε με μια πιο βαθιά παράδοση που, κατά σύμπτωση, είναι κι αυτή γνησίως ελληνική.
"ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΜΑΣ ΕΔΩ ΝΑ ΠΟΥΜΕ"
Και ΚΥΠ και Ασφάλειες και χαφιέδες και άπειρα ψέματα. Μόνο που εμείς τα χρωματίζαμε με γαλάζια εθνικοφροσύνη και γαλανόλευκη πατριδοκαπηλία, ενώ αυτοί με πράσινο λαϊκίζοντα σοσιαλισμό. Εμείς για το έθνος. Αυτοί για τον "λαό". Ποια η διαφορά;
Στερούμεθα ιδεολογίας. Στερούμεθα στόχων. Στερούμεθα περιεχομένου. Και προπαντός στερούμεθα σύγχρονης σκέψης. Μεταμφιέζουμε ακόμη τον αντικομμουνισμό μας σ' ένα γεμάτο προκαταλήψεις "φιλελευθερισμό", ανεπαρκέστατο για ν' απαντήσει στα τόσα ερωτήματα που μας περιβάλλει σαν Έλληνες και σαν Ευρωπαίους πολίτες ο παρόντας χρόνος. 
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΚΑΚΗ ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
Η Τέχνη μπορεί να ξεπηδάει από ένα γεγονός θνητό. Αλλά με τον σχηματισμό της σε έργο αυθύπαρκτο και ολοκληρωμένο ξεπερνάει το γεγονός, το εξαφανίζει, διαπερνάει τον χρόνο και μετατοπίζεται αέναα και αδιάκοπα σε μελλοντικούς καιρούς αλλάζοντας κάθε φορά φυσιογνωμία και ενδύματα. Έτσι που παρουσιάζεται συνεχώς περίεργα σύγχρονο, απαντώντας ακούραστα στα καινούρια προβλήματα του κάθε χρόνου. 
ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ: ΕΝΑΣ ΜΥΘΟΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΚΑΤΑΔΙΩΞΗΣ
Οι εφημερίδες και οι άμυαλοι και αμόρφωτοι δημοσιογράφοι της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης πέτυχαν κάτι που ομολογουμένως δύσκολα θα κατόρθωνε η κάθε κυβέρνηση από μόνη της χωρίς την πολύτιμη βοήθειά τους.
Να δημιουργηθεί έντεχνα η κατάλληλη σύγχυση, ώστε ο εξωκομματικός κι ανένταχτος νέος του τόπου μας να συγχέεται σκόπιμα με τους αλήτες-μάγκες, που έχουν μόνο στόχο να καταστρέφουν, να θορυβούν και να προβάλουν βίαια τον άρρωστο εαυτό τους. Και αυτή η σύγχυση ευνοεί: Την κυβέρνηση (...), τα διάσημα πλέον ΜΕΑ-ΜΑΤ (...), τις κομματικές παρατάξεις που με τη σκόπιμη αυτή σύγχυση εκδικούνται όσους νέους δεν δέχονται τον κομματικής σκοπιμότητος ευνουχισμό τους.

_____________________________________________________________________________
Διαβάστε: Μάνος Χατζιδάκις, Ο καθρέφτης και το μαχαίρι, Ίκαρος εκδοτική, 1988 (τελ. εκδ. 2011)



«Άστεγη Αγάπη» η νέα σας ποιητική συλλογή. Χρειάζεται στέγη η αγάπη; Κι αν ναι, γιατί;

Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από εγωκεντρισμό και ατομικισμό. Οι άνθρωποι επιθυμούν διακαώς να αγαπηθούν πολύ περισσότερο απ’ ότι είναι διατεθειμένοι να αγαπήσουν σύμφωνα πάντα με τα δικά τους κριτήρια και την δική τους αντίληψη περί αγάπης. Αυτή η ανισομέρεια, η ανισοκατανομή την περιορίζει, την περιχαρακώνει. Έτσι η αγάπη μοιάζει να στέκεται σε μιαν άκρη, σε μια γωνιά άστεγη και να παρατηρεί, να παρακολουθεί εκ του μακρόθεν τους ανθρώπους. Από αυτό το σκεπτικό ή την διαπίστωση αν θέλετε προέκυψε και ο συγκεκριμένος τίτλος αυτής της ποιητικής συλλογής·«Άστεγη αγάπη».


Πώς ορίζετε την αγάπη; Τι αγαπάτε;

Η αγάπη είναι ένα από τα βασικά στοιχεία των κοσμογονικών συστατικών της δημιουργίας που προσδιορίζουν τη ζωή και κυρίως τη συνέχεια της. Ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται από τη μερικότητα της ύπαρξης του, της σκέψης του, άρα και αδυνατεί να συλλάβει το εύρος, τις διαστάσεις, το αμέτρητο βάθος της αγάπης. Την ορίζει ως συναίσθημα και την εκφράζει με διάφορους τρόπους σε ό,τι αισθάνεται γύρω του πως αγαπά.
Η αγάπη είναι μακρόθυμη, είναι ευεργετική και ωφέλιμη, η αγάπη δε ζηλεύει, η αγάπη δεν ξιπάζεται (= δεν καυχιέται), δεν είναι περήφανη, δεν κάνει ασχήμιες, δε ζητεί το συμφέρον της, δεν ερεθίζεται, δε σκέφτεται το κακό για τους άλλους, δε χαίρει, όταν βλέπει την αδικία, αλλά συγχαίρει, όταν επικρατεί η αλήθεια. Όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει. Η αγάπη ποτέ δεν ξεπέφτει. (απόσπασμα από τον Ύμνο της αγάπης, από την προς Κορινθίους Α' επιστολή του Αποστόλου Παύλου)
Ίσως ακουστούν κοινότοπα αυτά που θα αναφέρω πως αγαπώ, όμως στη ζωή επειδή τίποτα δεν είναι δεδομένο, αυτό τα καθιστά περισσότερο εκτιμητέα. Αγαπώ τον ήλιο/τις ηλιόλουστες μέρες, τη θάλασσα, τη φύση, τη γαλήνη, την ειρήνη, τους ανθρώπους της καρδιάς μου, τα ερωτηματικά που μου γεννά ο έναστρος ουρανός όταν τον παρατηρώ τη νύχτα..

Οι εκτενείς αναφορές στην Αγία Γραφή (Ερυθρά θάλασσα, Τριάκοντα αργύρια, Πόντιος Πιλάτος, Σαλώμη, κλπ) υποδηλώνουν έναν θρησκευόμενο άνθρωπο; Ποια είναι η σχέση σας με το θείο;

Στη Βίβλο συναντάμε αρχετυπικούς χαρακτήρες και τοποθεσίες, που έχουν μείνει στη συλλογική κοινή ανθρώπινη μνήμη, και συχνά ανασύρονται απ’αυτήν. Η σημειολογία ο συμβολισμός τους περνά σε σημερινά πρόσωπα και καταστάσεις όπου μεταφορικά η με παρομοιώσεις αναβιώνουν με έναν τρόπο.Αυτό με γοητεύει και αποτελεί πρόκληση και δοκιμασία για την ποιητική γλώσσα.
Η σχέση με τον Θεό είναι μια προσωπική διαδρομή και το μονοπάτι αυτής της σχέσης είναι μια πορεία αυτογνωσίας και καλύτερης γνωριμίας με τον εαυτό μας, τους άλλους συνανθρώπους αλλά και με τη φύση, προκειμένου να επιτευχθεί το ποθούμενο· η ειρηνική συνύπαρξη και μια διαφορετική οπτική θέαση του κόσμου μας. Η πίστη, που είναι δύναμη και υπέρβαση, είναι ο δρόμος που ανοίγεται πέρα από την περιορισμένη γήινη αντίληψη και οδηγεί στο Θεό και στην αγάπη. Ο Θεός αγάπη εστί.

Τι επίγευση θ' αφήσει στον αναγνώστη η «Άστεγη αγάπη»;

 Ευελπιστώ να αφήσει τη γεύση της επιθυμίας να ανταμώνουμε και να ξανανταμώνουμε με τους αναγνώστες, να συναντιόμαστε και να κουβεντιάζουμε δημιουργώντας διαδραστική σχέση και αμφίδρομη πορεία ουσιαστικής επικοινωνίας, να βρεθεί ευρύχωρος, αγαπητικός χώρος εντός τους για να στεγαστούν και να μείνουν κοντά τους αυτά τα ποιήματα. Κάθε καινούργια ποιητική συλλογή μοιάζει με νέο σκαρί φτιαγμένο με μεράκι που μεταφέρει ποιήματα και τα προσφέρει ως αντίδωρο στους συνταξιδιώτες/τισσες-αναγνώστες/στριες,μα και σε κάθε επιβάτη που θα τύχει να ανέβει σε κάποιο σταθμό του ταξιδιού.

Μετά από τέσσερις επιτυχημένες ποιητικές συλλογές αισθάνεσθε να σας βαραίνουν οι προσδοκίες (Του εαυτού σας, Του αναγνωστικού σας κοινού, ..);

Σας ευχαριστώ γι’αυτό που λέτε. Το μη στατικό ενυπάρχει στη δημιουργία. Όπως και το ανικανοποίητο που ωθεί και γεννά τη συνεχή διερεύνηση,την ανίχνευση για νέους διαφορετικούς τρόπους ποιητικής έκφρασης όσο αυτό βεβαίως είναι εφικτό, μαζί με την κινητήρια δύναμη που είναι η αγάπη των ανθρώπων για τα ποιήματα (μου). Τότε η επιθυμία μεγαλώνει ακόμα περισσότερο για να κατορθώσω να τους προσφέρω το ευχαριστώ μου μέσα από τη γραφή με το οικείο, το προσφιλές για εκείνους πρόσωπο της Ποίησης. Άλλωστε αισθάνομαι ότι συνεχίζω να μαθητεύω. Αυτό προσφέρει την ταπείνωση και την επίγνωση που φέρει η ρήση του Σωκράτη εν οίδα ότι ουδέν οίδα, και ακριβώς αυτό μου δίνει τη δυνατότητα να νιώθω ανοιχτή μα και να φιλτράρω κάθε καινούργια γνώση, ακόμα και την δυνατότητα να μπορώ να βλέπω τον κόσμο κάθε φορά με καινούργια ματιά.

 Θυμάστε κάθε ποίημα σας υπό ποιες ψυχολογικές συνθήκες το γράψατε;

Κάθε ποίημα είναι ένα μικρό σύμπαν, ένας ολόκληρος κόσμος, μια εποχή, ένας τόπος με τους ανθρώπους του ή την ερημιά του, ένας δρόμος, μια περιπέτεια, μια δύσκολη ή όμορφη στιγμή, ένα σοκάκι, μια θάλασσα ή μια σκοτεινή γωνιά, ένας αγώνας προς την ελευθερία. Κάθε ποίημα που γράφω είναι κομμάτι αναπόσπαστο μιας ζωής, της ζωής μου και ως μέρος της αδυνατώ να το λησμονήσω... Θα 'ταν σαν να έσβηνα πολύτιμες μνήμες…

Υπάρχει σταθερή πηγή έμπνευσης στη ζωή σας;

Αν και στη ζωή μου επιθυμώ να υπάρχουν κάποιες σταθερές παράμετροι (χωρίς να είναι εφικτό τις περισσότερες φορές), στην ποίηση στην έμπνευση συμβαίνει κάτι μαγικό όπως στη θεωρία του χάους.. Η ποίηση, η έμπνευση μοιάζει με κινούμενη άμμο, δε γνωρίζεις ποτέ που θα σε οδηγήσει…και αυτό αποτελεί το γοητευτικό στοιχείο του αγνώστου,του αβέβαιου. Αυτή είναι η πρόκληση που θα γεννήσει, θα δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να γεννηθεί ένα καινούργιο ποίημα.

Γιατί ποίηση; Πώς επιλέγει κανείς το «λογοτεχνικό του είδος»;

Δεν ξέρω αν με βρήκε κάπου κάπως η Ποίηση ή μέσα μου βαθιά την αποζήτησα και ανταμώσαμε σε κοινό τόπο, όμως από τότε που συμπορευόμαστε νιώθω την πληρότητα που προσφέρει η ποιητική γλώσσα ως μέσον έκφρασης, χωρίς βέβαια αυτό να εμποδίζει κάποιον/α που γράφει Ποίηση να μεταπηδήσει κ να δοκιμαστεί κ σε άλλα είδη της λογοτεχνίας.

 Ένα ..έμπειρο μάτι την επιρροή ποιων λογοτεχνών θα μπορούσε να διακρίνει στην ποίησή σας;

Γνωρίζουμε ότι στην Τέχνη παρθενογένεση δεν υπάρχει. Έχουμε επιρροές, επιδράσεις από τόσους /ες συγγραφείς/ποιητές/ποιήτριες που έχουμε διαβάσει, ακούσει, έχουν καταγραφεί στην κυτταρική μας μνήμη. Όταν λοιπόν γύρω στην εφηβεία μου ξεκίνησα να γράφω, προσπάθησα να βρω να ακούσω και να ακολουθήσω την εσωτερική μου φωνή, τον ρυθμό, τον τρόπο που θα με οδηγούσε ώστε να βρω το δικό μου προσωπικό ύφος,.

Εκτός από το να γράφει ποίηση τι άλλο αρέσει στην Φανή Αθανασιάδου να κάνει;

Αγαπώ πολύ το θέατρο. Στο παρελθόν με φίλους είχαμε δημιουργήσει την πρώτη μικτή θεατρική ομάδα στην Ελλάδα αποτελούμενη από άτομα με και χωρίς αναπηρία. Μου αρέσουν και τα ταξίδια. Λόγω έλλειψης όμως προσβασιμότητας στα μεταφορικά μέσα αλλά και σε πολλούς χώρους, το ταξίδι μου συνήθως συνοψίζεται σε μια βόλτα στην παραλία της Θεσσαλονίκης με τη φαντασία μου να φτάνει σε τόπους μακρινούς και τη χαρά όταν μαθαίνω ότι ποιήματα μου ταξιδεύουν και διαβάζονται και σε άλλες χώρες.

_________________________

ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Φανή Αθανασιάδου, Άστεγη Αγάπη.


ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΑ

Ο ποιητής μελετά
κάθε υπόκωφο
αλλά κυρίως τις τεθλασμένες
της γλώσσας
και της σιωπής.

Ο ποιητής δεν είναι
παρατηρητής,
είναι δέκτης.

Βελτιώνεται όσο γνωρίζει
πόση απόσταση χρειάζεται
για να ερμηνεύσει το
φαινόμενο.

Τέλεια ορίζεται η απόσταση
που του επιτρέπει να μελετά
χωρίς να νοιώθει.
Και τότε παύει
να είναι ποιητής.


ΕΡΩΤΙΚΟ

Η καρδιά κι η φωτιά δεν κοιμούνται.
Δυο φεγγάρια παραπέρα ίσως δεις
στάχτες τα όνειρά σου.
Δυο χειμώνες παρακάτω θα φωνάζω
ακόμα τ' όνομά σου.
Κι όσο η ώρα θα στεγνώνει το δάκρυ
κι όσο ο χρόνος θα γλιστράει στο άπειρο
οι δείκτες
θα ζωγραφίζουν τη στιγμή
που βρέθηκα στα μάτια σου.


ΕΡΩΤΙΚΟ ΙΙ
Θα πέφτουν ένα ένα τ' άστρα
κι εγώ θα κείτομαι στην αγκαλιά σου.
Είναι που έχω μάθει να εξεγείρομαι.
Πότισαν την αγάπη αίμα
και βγήκανε κυκλάμινα.

Βγήκα κι εγώ με βάρκα
να χαζέψω τον αφρό της
και βούτηξα χωρίς να ξαναβγώ.

___________________________________________________________

Ο Θωμάς Νικολάου γεννήθηκε το 1988 στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει Διεθνείς Σχέσεις στην Ελλάδα και στην Ολλανδία. Ποιήματα του προς το παρόν έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά.








Ο Μίμης Σουλιώτης ήταν Έλληνας ποιητής, ακαδημαϊκός και εκδότης, και κατάφερνε να συνδυάσει αυτές τις ιδιότητες τόσο καλά, που καμία δεν ξεχώριζε για την αξία της σε σχέση με την άλλη. Προτάθηκε για το κρατικό βραβείο ποίησης με την τελευταία ποιητική συλλογή του, η οποία φέρει ως τίτλο την παιγνιώδη φράση "Κύπρον, ιν ντηντ", και ήταν το τελευταίο αποτύπωμα μίας πορείας που ξεκίνησε το 1972 με τη "Σβούρα".

Η επιλογή του τίτλου δεν ήταν τυχαία ούτε σε ποιητικό αλλά ούτε σε προσωπικό επίπεδο. Άλλωστε ο Σουλιώτης, εκτός από την βαθιά γνώση του για την κυπριακή -αλλά και την περί Κύπρου- ποίηση, δίδαξε στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου της μεγαλονήσου τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Ο τίτλος κινείται παλίμψηστα σε τρία επίπεδα: Ως πρώτο κείμενο ο στίχος του Ευριπίδη από την Ελένη "Κύπρον, οὗ μ' ἐθέσπισεν οἰκεῖν Ἀπόλλων". Ως δεύτερο η χρησιμοποίηση της φράσης αυτής ως υποτίτλου στο "ημερολόγιο καταστρώματος" του Σεφέρη. Τρίτο επίπεδο, η αποτύπωση της σημερινής Κύπρου από τον Σουλιώτη, με έμφαση στους ανθρώπους.

Το "Κύπρον, ιν ντηντ" μπορεί να ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως: από τη μία πλευρά ως παιγνιώδης ειρωνεία για την αγγλοκρατία και την επιρροή της Αγγλίας στα κυπριακά πράγματα μέχρι σήμερα, από την άλλη ως μετάφραση της κυπριακής λέξης "Άσιλα", στην οποία αναφέρεται το ομώνυμο ποίημα. Το ιν ντηντ είναι μεν αγγλικό, αλλά είναι γραμμένο με ελληνικούς χαρακτήρες, σαν να γίνεται ένας διάλογος μεταξύ κυπριακής διαλέκτου, ελληνικής κοινής και σύγχρονης δυτικής επιρροής:
Ας καταχωρίσω κι ένα τετραστιχάκι
για το κυπριακό επίρρημα άσιλα
όπως το μετάφρασε η Λοφίτη: ιν ντηντ,
και πράγματι, ιντήντ είναι, όντως.
Σε ορισμένες ποιητικές στιγμές, οι βαθιές σκέψεις συνδυάζονται με το σύγχρονο αστικό τοπίο της Λευκωσίας:

Η αγάπη είναι βαθύτερη από το συναίσθημα
η αληθινή αγάπη είναι ασυναίσθητη, αδυσώπητη, δυνατή
μας ξαφνιάζει όποτε σπάνια αναβλύσει
κι ενδέχεται να περάσουμε τη ζωή μας χωρίς να μάθουμε
αν και ποιους αγαπήσαμε στ'αλήθεια,
συγγενείς, γυναίκες, φίλους·
τρομακτικό, μα ισχύει.
Το σκέφτηκα στις κυλιόμενες του Ντέμπεναμς,
πρώην Γούλγουερθ, όπως κατέβαινα
με το βλέμμα σκόρπιο στα κρεμασμένα ρούχα
σαν κουφάρια ψυχών που εξαχνώθηκαν.
Αλλού πάλι, οι σκέψεις αυτές ξετυλίγονται με όχημα παρατηρήσεις για την κυπριακή διάλεκτο:

ΚΟΡΗ
Σημαίνει θυγατέρα ή την Καρυάτιδα ή τον θηλυκό Κούρο, αλλιώς οι Ελλαδίτες λέμε "κορίτσι", "κοπέλα", "κοπελιά",
ενώ οι Κυπραίοι την φωνάζουν "κόρη" και στην κλητική
χωρίς το κτητορικό "μου". Μια μέρα
άκουγα δύο φανταχτερές με μεγάλα μαύρα μάτια
που η μία πείσμωνε της αλληνής κλητεύοντας,
"Κόρη, εθ θέλω!"
κι αυτό με κάμνει να 'm impressed
γιατί έχω τρεις κόρες τέτοιες με μεγάλα μάτια,
δύο θυγατέρες και την εγγονή,
που τις σκέφτομαι με αξεκόλλητο το "μου".  
Να σημειωθεί ότι το εξώφυλλο της συλλογής είναι ο καρκαντάς, όπως αποκαλείται στην Κύπρο ένα συγκεκριμένο είδος ποδηλάτου-αντίκας, το οποίο χρησιμοποιούν κατά κανόνα κάτοικοι της Παλιάς Λευκωσίας. Στην περιοχή όπου διέμεινε και δίδαξε ο Σουλιώτης, μπορούσε να δει καθημερινά τους ξυλουργούς της γειτονιάς και τους συνταξιούχους να ποδηλατούν για να πραγματοποιήσουν τις κοντινές τους εργασίες και επισκέψεις:

Τι ωραία στον Ξενώνα φέτος
στον δροσερό κήπο με τις κιονοστιχίες
και στο ψηλοτάβανο δωμάτιο με τα πελώρια παντζούρια,
με την housekeeper να δείχνει τον νέσκαφέ και να λέει
"Μουσταφά άι-μπάι δις" που στα δικά της θα πει
"Μου το αγόρασε ο Μουστάφα",
τί ωραία χωρίς σταθερό μήτε κινητό,
χωρίς σπαστικές κλήσεις και με την Άιντα στον κόσμο της,
ήσυχα μόνος. Ωραία με ταϊσμένα περιστέρια και πουλιά
στη Λευκωσία όπου δε μ'εθέσπισε καμία χάρη,
κι άμα θελήσω να στείλω μήνυμα, με πιάσει η τηλε-μάνια,
το τυλίγω και το δένω στο ποδάρι
κανενός αθκειασερού από τα σαΐνια ή απ' τ' ασμάνια.
Όπως συνήθιζε στην ποίησή του, ο Σουλιώτης παίζει και εδώ με διάφορα πρόσωπα, άλλοτε για να σατιρίσει, άλλοτε για να εξιδανικεύσει και άλλοτε για να τα αναφέρει ως παραδείγματα. Στις γραμμές του παρελαύνουν από Μόντης, Λιπέρτης και Χαραλαμπίδης, μέχρι τοπικοί χαρακτήρες της κυπριακής κοινωνίας.
Το στιλ παραμένει προσωπικό, με έναν ελεύθερο στίχο αλλά συνειδητά εκτός συγκεκριμένου λογοτεχνικού ρεύματος, που βασίζει το ποιητικό αποτέλεσμα όχι στην διάσπαση της νοηματικής συνοχής του στίχου, αλλά στους συνειρμούς, το χιούμορ, τις γλωσσικές μεταβάσεις και παρατηρήσεις, τη μελαγχολία.
Με το Κύπρον ιν ντηντ, ολοκληρώθηκε με υπέροχο τρόπο το ποιητικό ταξίδι του Μίμη Σουλιώτη, πριν τον απροσδόκητο χαμό του το 2012.

______________________

Διαβάστε: Μίμης Σουλιώτης, Κύπρον, Ιν ντηντ, περιηγητικές αρπαχτές σε στίχους.