ΜΑΤΙΝΑ ΝΙΚΑ - THIS IS THE PLACE GENTLEMEN

1 σχόλιο
  Στην εμπασιά του αράπικου μαχαλά άρχισε ν’ αργοπορεί, έριξε μερικές ματιές δεξιά κι αριστερά και τελικά κοντοστάθηκε δίπλα στο υπαίθριο μαγερειό.
«Μα πώς μπορεί κανείς ν’ αντισταθεί στα φρεσκοτηγανισμένα, τα χρυσαφένια και λαχταριστά φαλάφελ;» σκέφτηκε. Ειδικά όταν το στομάχι γουργουρίζει, έχεις κοιμηθεί ελάχιστα κι ό,τι δεν απαγορεύεται, είναι απελπιστικά άνοστο. Ο μελαμψός άντρας με την μακριά κελεμπία και τα κατάλευκα δόντια εκτελούσε θαρρείς ένα χορό τελετουργικό πίσω από τον αυτοσχέδιο βωμό του, διαλαλώντας ταυτόχρονα την πραμάτεια του.
  Ήτανε σκέτος πειρασμός η τραγουδιστή φωνή του καρυκευμένη κιόλας με μυρωδιές γεμάτες υποσχέσεις. Πλάνταζε το ανοιξιάτικο αεράκι από ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής, τα γιασεμιά κι οι δεντρολιβανιές οργίαζαν σε γωνιές και παρτέρια κι ωχρές αντανακλάσεις παιχνίδιζαν στο λιθόστρωτο. Ακουγόταν καθαρά το τριζοβόλημα της φωτιάς κι ο ρυθμικός ήχος από τα άρβυλα των ένοπλων στα παραπάνω καλντερίμια. Υπάρχει ωστόσο κάτι κίτρινο και θαμπό σε τούτη την πολιτεία, κάτι που εμποδίζει το όνειρο, θαρρείς πως κουβαλάει εδώ κι αιώνες μια θλίψη χωρίς αναπαμό.
  Ανατρίχιασε, μάζεψε ασυναίσθητα τα δάχτυλα των ποδιών κάτω από τα πέλματα κι ανασήκωσε το γιακά του πανωφοριού και με τα δυο της χέρια. Μπροστά στα μάτια της τρεμόπαιξαν κάτι σπίθες που είχαν ξεφύγει από τη μικρή εστία και κάτι ακατανόητα ψηφία που μόλις είχαν ξεκολλήσει από τις πέτρινες πλάκες άρχισαν να στροβιλίζονται γύρω της. Να ήταν άραγε οι δέκα εντολές ή μήπως κάποιος από τους εκατόν πενήντα ψαλμούς του Δαυίδ; Το μόνο σίγουρο ήταν πως ο φόβος για την επικείμενη τιμωρία δεν χρειαζόταν πια την μετάφραση των εβδομήκοντα. Άλλωστε όπου κι αν πήγαιναν, ελληνικά τους μιλούσαν.
  Μιλούσανε οι αγιοταφίτες καλογέροι στη γλώσσα των ευαγγελίων και των Αλεξανδρινών σοφών, στη γλώσσα που ο Κ.Π. Καβάφης μετρούσε κεριά αναμμένα και σβηστά.
  «Η Ελλάδα όπου κι αν πάω θα με πληγώνει», σκέφτηκε πάλι. Πότε με λέξεις πύρινες που ολοένα ξύνουν τις πληγές, πότε με το ανέσπερο φως της που ολοένα καίει τα σωθικά. Και πάλι μια μικρή ριπή ανατάραξε τους θάμνους και τα μαλλιά της κι έφερε στο νου της τους στίχους που έγραψε ο Γιώργος Σεφέρης στην Κύπρο. «Δεν ειν΄ αγέρας τούτος του Βαγιού δεν είναι της Ανάστασης μα είναι της φωτιάς και του καπνού της ζωής της άχαρης». Με επιδέξιες κινήσεις ο νεαρός έβαλε πεντέξι κεφτεδάκια μέσα σε ένα μεγάλο, χάρτινο χωνί. Της το έδωσε μαζί με ένα τεράστιο κομμάτι άζυμο άρτο διπλωμένο στα δυο, ένα μάτσο πρασινάδα κι ένα τεράστιο χαμόγελο που της απαγόρευσε να ζητήσει ρέστα. Έσπρωξε βιαστικά το χωνί μέσα στην ταξιδιωτική τσάντα με τις πολλές τσέπες. Ένιωθε και πάλι να την κυριεύει η προπατορική ενοχή που περιγράφουν τα βιβλικά κείμενα με κάθε λεπτομέρεια, έγνεψε ευχαριστώ κι επιτάχυνε για να προφτάσει τους υπόλοιπους. Όλοι ευτυχώς ακολουθούσαν τον ημιπληγικό βηματισμό τον οποίο επέβαλλε η επικεφαλής κοτσοροφόρος.
  Κατευθύνονταν προς το ξενοδοχείο «Μπαλκίς, η βασίλισσα του Σαβά» που πρόσφερε θέα στα τείχη, ένα μακρύ κατάλογο με λαδερά και αλάδωτα φαγητά στο εστιατόριό του κι άψογη καθαριότητα. Από εκεί ξεκινούσε κι εκεί κατέληγε σύσσωμο το γκρουπ κάθε μέρα. Το διάστημα πριν από την εβδομάδα των Παθών είχε επιλεγεί ως το πιο κατάλληλο για το μεγάλο προσκύνημα κι επιπλέον η άνοιξη είναι παντού η πιο ωραία εποχή του χρόνου. Προχτές το βράδυ, μετά από την δοξολογία μέσα σ’ ένα καΐκι στη λίμνη Γενησσαρέτ, μετά την επίσκεψη στην Κανά και την Καπερναούμ (οι λεμονιές έφταναν ως τις όχθες και μοσχοβολούσαν) είχαν παρακολουθήσει και τη λειτουργία στο ναό της Αναστάσεως, στην παλιά πόλη. Άλλοι τον λένε ναό του Παναγίου Τάφου.     Χάνεται κανείς μέσα στα τόσα παρεκκλήσια με τα διαφορετικά ονόματα, ανάμεσα στα αναρίθμητα ράσα και το πλήθος των ανθρώπων που βρίσκεται στα πρόθυρα της υστερίας. Άλλοι λένε ότι είναι στα πρόθυρα της έκστασης και μερικοί πως δεν έχει σημασία τι λες αλλά τι αισθάνεσαι. Κι εκείνη δεν αισθανόταν καλά. Ήταν προετοιμασμένη για την ολονυχτία, για την ορθοστασία και την έλλειψη θέρμανσης και ηλεκτροδότησης γενικά. Αλλά δεν μπορούσε να ξέρει και για εκείνα τα άγρυπνα βλέμματα που την κάρφωναν και την αποκαθήλωναν μέσα στο κρύο μισοσκόταδο. «Η φιλαρέσκεια είναι ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα» την κατακεραύνωσε μεγαλόφωνα η αρχηγός. Μα γιατί; Ούτε πέντε λεπτά δεν είχε καθυστερήσει, για τίποτε δεν τους ενόχλησε, κανενός τη βοήθεια δεν ζήτησε, ούτε καν του ξεναγού. Εντόπισε με αρκετή ευκολία το μαγαζάκι του Ρωμιού, απέναντι σχεδόν από την Αγία Αυλή (της το είχαν συστήσει από την Αθήνα).
  Ο άνθρωπος με την αλλόκοτη προφορά, της είπε πως οι παππούδες του είχαν εγκατασταθεί στα Γεροσόλυμα και τα κατάφεραν να ορθοποδήσουν και να προκόψουν με τη βοήθεια του Θεού και τις ευλογίες του πατριάρχη. «Ήρτανε κυνηγημένοι και φοβισμένοι κοπέλα μου. Αλλά ο Θεός είναι μεγάλος. Διες εδώ: τα καλύτερα αλάτια της Νεκρής θάλασσας για το λουτρό σου σε δίνω και το καλύτερο κολ, σαν αυτό που έβανε η βασίλισσα του Σαβά. Κι ετούτο από εμένα. Χωρίς λεφτά, Δωρεάν λάβατε δωρεάν δότε. Είναι λαδάκι από το καντήλι του Τάφου. Το καλύτερο γιατρικό.» Ιερουσαλήμ, πολιτεία της προσφυγιάς, έγραφε κάποτε ο ποιητής, this is the place gentlemen, έγραφε και είχε δίκιο τότε. Όπως έχουν δίκιο πάντα και παντού οι ποιητές, μα ποτέ, πουθενά και κανείς δεν τους πήρε στα σοβαρά.
  Ναι, έτσι ήταν τότε. Μα τώρα έχουν αλλάξει τα πράγματα κι οι βάρκες πέρασαν αντίκρυ, οι πατεράδες ψάχνουν απελπισμένοι πού την κεφαλήν κλίνειν, οι μανάδες πλαταγίζουν τη γλώσσα τους πάνω στον ουρανίσκο έξω από τη δική μας πόρτα, τα ελικοβλέφαρα παιδιά έχουν τώρα το βλέμμα του πληγωμένου αγριμιου κι εμείς Θεέ μου, τι κάνουμε εμείς; Τώρα, η ακυβέρνητη πολιτεία έχει το όνομα της δικής μας πατρίδας. «Μετά δε τας ημέρας ταύτας αποσκευασάμενοι, ανεβαίνομεν εις Ιερουσαλήμ» επαναλάμβανε σιωπηλά καθώς πρόσεχε να μη σκοντάψει στους μικρούς αναβαθμούς.
  Μετά από το περιστατικό στον Ιορδάνη, όλοι την είχανε βάλει στο μάτι κι από εκείνη τη στιγμή μάζευε και ξαναμάζευε τα δάχτυλα των ποδιών κάτω από τα πέλματα με κίνδυνο να πέσει και να χτυπήσει. Όταν έμεινε ξυπόλητη και μπήκε στο τεχνητό ρυάκι για να λάβει το ιερό βάπτισμα, διαπίστωσε έντρομη ότι δεν είχε ξεβάψει τα νύχια των ποδιών. Και δυστυχώς δεν το διαπίστωσε μόνο αυτή! Προφανώς το πνεύμα εν είδει λευκής περιστεράς είχε πετάξει προς άγνωστη κατεύθυνση, αφού το δικό της μυαλό είχε κολλήσει στο κόκκινο βερνίκι και στου εξάψαλμου που επρόκειτο να ακούσει το ασφαλές.
  Ήταν βέβαιη τελικά πως εδώ, στα θεοβάδιστα μέρη είναι που ο σατανάς έχει τα πιο πολλά ποδάρια. Προχωρούσε πια δίπλα στην σεβάσμια δεσποινίδα που εντελώς αναπάντεχα γύρισε και της είπε: «Είναι και η λαιμαργία θανάσιμο αμάρτημα, αγαπητό μου τέκνον». Και συνέχισε με ένα ελάχιστο μα διακριτό παιχνίδισμα στη φωνή: «Βλέπεις, μας πήραν κι εμάς οι μυρωδιές. Αλλά μην ανησυχείς. Να σου θυμίσω ότι στα ελληνικά τα φαλάφελ τα λένε ρεβιθοκεφτέδες, ότι στην Σίφνο τα αρωματίζουν με μαντζουράνα κι ότι είναι νηστίσιμο έδεσμα». «Κι ότι η αμαρτία είναι μια εντελώς προσωπική υπόθεση», συμπλήρωσε η αμαρτωλή από μέσα της.
___________________________________________________________________________________


Η Ματίνα Νίκα γεννήθηκε, μεγάλωσε και εξακολουθεί να διαμένει σε κεντρική συνοικία της Αθήνας. Έκανε σπουδές Ελληνικής και Γαλλικής φιλολογίας και εργάστηκε στον τουρισμό. Δηλώνει επαγγελματίας αναγνώστις. και ερασιτέχνις γραφιάς.

Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

1 σχόλιο:

  1. Δεν είναι η πρώτη φορά που η γραφή σου με συναρπάζει, Ματίνα.
    Θερμά συγχαρητήρια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή