Ο ΜΠΙΛΙΑΣ- ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΟΝΗΣΙΛΟΥ ΠΑΥΛΙΔΗ

Σχολιάστε...
   
Όταν πρωτογνώρισα το Μπίλια καθόμασταν με μια μεγάλη παρέα στην καφετέρια του πανεπιστημίου, ήταν 20 χρονών παιδί, γύρω στο 1,85 και 140 κιλά. Κυκλοφορούσε πάντα με τεράστιες βερμούδες και φαρδιές μπλούζες ποτισμένες με ιδρωτίλα και σάλτσες αο delivery. Είχε πυκνό μούσι γύρω από το πρόσωπο χωρίς όμως τρίχες στα μάγουλα και αραιό μουστάκι με γυμνή την περιοχή κάτω απ'το χείλος και πάνω από το πηγούνι. Καπέλο αθλητικό και μαλλάκι μαύρο λεπτό, ταλαιπωρημένο, που κρεμόταν λιγδιασμένο ως το ύψος του πηγουνιού του. Ενώ συζητούσαμε για το αιώνιο πρόβλημά του, το αδυνάτισμα, το τετράπαχο  κτήνος ο μπίλιας κοίταξε απότομα ψηλά με τα μάτια ορθάνοιχτα να φαίνεται το ασπράδι, σαν μανιασμένος. Άρπαξε το μπουκαλάκι με το νερό και έχωσε το μισό μέσα στο στόμα του που το είχε ανοίξει σαν ιπποπόταμος.  Σεληνιασμένος, έχυσε απότομα το μισό νερό στο στόμα του που έχασκε, μετά έσκυψε και το ξέρασε όλο στο τραπέζι! Έβγαλε ένα πακέτο Μάρλμπορο και κοιτώντας το αχόρταγα ειπε σοβαρά "Αυτό που πάντα ήθελα είναι να φάω ένα τσιγάρο". Σκάσαμε όλοι στα γέλια. -«Καλά ρε μαλάκα αυτό είναι το απωθημένο σου;» τον ρώτησα. Με μια κίνηση έβγαλε και μπούκωσε το τσιγάρο και άρχισε να το μασάει ενώ έψαχνε μάταια τις θερμίδες πάνω στο πακέτο.
Με τον καιρό γίναμε κολλητοί, έτσι όταν ο μπίλιας μια μέρα πήγε σε σύμβουλο ψυχοσωματικής, φυσικών θεραπειών και διατροφής, εγώ πήγα μαζί του για συμπαράσταση. Του 'βαλε ηλεκτρόδια στα δάχτυλα, με το'να χέρι έπρεπε να πιάνει τη γείωση, ένα σιδερένιο πράγμα με καλώδιο που ενωνόταν με τον Η/Υ. Με ένα άλλο βύσμα ο ειδικός του ακουμπούσε το δείκτη. Έτσι -του είπε - θα έβρισκε με ποιο φαγητό μειώνεται ο μεταβολισμός του. Ο μπίλιας ο θεόχοντρος ήθελε απαντήσεις, ήθελε να εμπιστευτεί έναν "ειδικό". Τελικά έφυγε με  50 ευρώ λιγότερα και με ένα χαρτί που έλεγε ότι δεν πρέπει να τρώει ψωμί, σπανακόρυζο, φασόλια, ζάχαρη, αστακό, καλαμάρι, μακαρόνια, κρέας, κοτόπουλο, ακόμα και γιαούρτι με φρούτα. "Τουλάχιστον το κανονικό γιαούρτι και τα φρούτα επιτρέπονται" του είπα χασκογελώντας.
Μια νύχτα πριν 30 χρόνια βλέπαμε μια χαζοαμερικανιά της σειράς. Η ταινία είχε πρωταγωνιστή έναν φοιτητή σεξουαλικά στερημένο που έμενε στις εστίες του κολεγίου του και κάθε νύχτα άκουγε απογοητευμένος κάτι ξέφρενα γαμήσια από το διπλανό δωμάτιο. -«πω πω, η φαντασίωση μου είναι αυτή!» είπε ενθουσιασμένος ο μπίλιας και άρχισε να χαϊδεύεται. -«ποιο; Το να γαμάς στις εστίες;» τον ρώτησα. -«όχι, να τον παίζω μ'αυτούς που γαμιούνται από δίπλα!» -«δείξ'την  ρε μαλάκα αν τολμάς! Τώρα!» φώναξα νευριασμένος. Έβαλε το χέρι μέσα στο βρακί του και έπιασε την πούτσα του απότομα, ενώ άρχισε να χτυπιέται και ρίχνοντας το κεφάλι προς τα πίσω κοίταζε το ταβάνι μουγκρίζοντας -«ναίιιι! Θα την πιάνω πάντα, το παραδέχομαι είμαι gay και τον παίζω με τις πούτσες των διπλανών! Στο Άμστερνταμ δεν πήγα για να γαμήσω πουτάνα αλλά αρραβωνιάστηκα και έχω την βέρα μέσα, θα την φέρω να τη δείτε όλοιοιοιοι! Θα το δείτε το δαχτυλίδιιιι!» «δεν το 'βαζες στο στομάχι σου να γλιτώναμε και την δίαιτα…» του απάντησα ήρεμα.
Έτσι θυμάμαι τον παλιό συμφοιτητή μου όλα αυτά τα χρόνια. Ο μπίλιας πέθανε πριν μια βδομάδα από έμφραγμα την ώρα που μπούκωνε πατάτες ογκρατέν και ρολό κοτόπουλο. Γέμισαν τα αγγεία του λίπος και έφραξαν, πέθανε βογκώντας μέσα στους πόνους και τον τρόμο. Τώρα φαινόταν γαλήνιος, κουστουμαρισμένος, γυαλισμένος, με χτενισμένο το μαλλί και ζελέ, σφηνωμένος μέσα στο πανάκριβο φέρετρό του από τριανταφυλλιά. Η γυναίκα του η Ελένα, φρόντισε για όλα, του άρεσε να επιδεικνύεται στη ζωή και έτσι εκείνη φρόντισε να το κάνει και μετά θάνατο. Μια πανέμορφη, ψηλή γυναίκα που είχε μπει στη ζωή του εκείνη ακριβώς την περίοδο που η φιλία και τα νιάτα μας άνθιζαν.
Ο Mπίλιας το βρομερό, φαρδύκωλο τέρας, ήταν πεσμένο σε κωματώδη λήθαργο από τα τσιγάρα, τα χασίσια και τα μακντόναλντς με τις μαγιονέζες όταν άκουσε θορύβους κατά τις 14:00 το μεσημέρι. Ο συγκάτοικός του και κάτι άλλο, μια παθιάρα γυναικεία φωνή με βαριά σπαστή προφορά. Βγήκε με το σώβρακο και την τεράστια κοιλάρα του να κρέμεται μέχρι το πάτωμα.  Εμφανίστηκε στο σαλόνι μπροστά τους και σταμάτησαν όλοι να μιλάνε, τους κοίταξε και έφυγε. Πλύθηκε, ντύθηκε και πήγε να κάτσει μαζί τους. Η Ελένα Νταρντάτζεβα, Ρωσίδα, καθιστή δυο μέτρα, τεράστια βυζόμπαλα, αερόσακοι, καπούλια πεταχτά, αδύνατη. Ξανθιά γαλανομάτα, φόρμα κολλητή γκρι, ζιβάγκο χοντρό άσπρο. -«Δώσε το τασάκι» της είπε και της πιάνει το χέρι. Τον κοιτάει ξαφνιασμένη, "ήταν πρόφαση για να σε χαιρετήσω" της είπε με ύφος μπλαζέ και μισόκλειστα μάτια. Μέτα την έγραψε, έκανε τον άνετο και δεν της έδινε ίχνος σημασίας. Την παρατηρούσε με την άκρη του ματιού του να τον καρφώνει, ταράχτηκε, ένιωσε να πετάγεται η λιπαρή βυζάρα του από τον χτύπο της καρδιάς του. Κόμπλαρε, κατέβασε τα μάτια. Αυτή τον κοιτούσε λες και ήταν εξωγήινος, αλλά ένας πουτσαράς εξωγήινος. Έγειρε τσαχπίνικα και την κοίταξε. Αυτή του έβγαλε λάγνα τη γλωσσίτσα της λίγο και αυτό ήταν... Του σηκώθηκε κάγκελο αμέσως. Αυτή τον εντόπισε χαμηλά, σήκωσε το φρύδι και τον κοίταξε χαμογελώντας πεταρίζοντας τις βλεφαρίδες της. Περίμενε με όση ψυχραιμία μπορούσε να επιστρατεύσει μέχρι η θεά να κοιτάξει αλλού, τότε έπιασε την πούτσα του κάρφωσε τα νύχια και την έτριψε με μανία όλο καύλα. Έτσι αφοσιωμένος όπως ήταν αντιλήφθηκε ξαφνικά την γκόμενα να τον κοιτάει γουρλωμένη. Δεν κώλωσε, σταμάτησε και το έπαιξε κύριος. Μέτα ο συγκάτοικος και η κοπέλα έφυγαν. Τους χαιρέτισε ευγενικά και συγκρατήθηκε λίγο ακόμα. Η πόρτα έκλεισε, άκουσε το ασανσέρ, αυτό ήταν. Πέταξε τα παπούτσια του, έβγαλε με δυο κινήσεις παντελόνι, βρακί, μπλούζα, μπούκαρε γυμνός στην τουαλέτα, άρπαξε την πούτσα του με τα δυο χέρια και άρχισε να τραβάει μανιακά μουγκρίζοντας. Στις δυο απότομες τραβηξιές άσπρισε το μπάνιο και άρχισε να χτυπάει τα στήθια του σαν γορίλας φωνάζοντας «ΝΤΑΡΝΤΑΤΖΕΒΑΑΑ». Χτυπούσε το στήθος του με τα χέρια γεμάτα χύσια και πετάγονταν πάνω απ'τα πασαλειμμένα μαστάρια του παντού. Κουνούσε το κεφάλι πέρα-δώθε αναμαλλιασμένος. –«γιατί χτυπιόσουν;» τον είχα ρωτήσει όταν μου τα διηγήθηκε,  -«έμεινα κενός, κενό μυαλό. Τα γονίδια γύρισαν πίσω,  σε λίγο θα έκανα και το ψάρι. Κάτι τέτοιο πρέπει να ένιωσε ο Δαρβίνος. Θα πάω να τραβήξω μαλακία και θα γλύφω τη βυζάρα μου.»  πέταξε έξω τη γυναικομαστάρα του, μπροστά μου μέσα στην καφετέρια, τη δίπλωσε, την τράβηξε προς τα πάνω και τη έχωσε στο στόμα γλύφωντας τη  ρώγα. Δεν θέλω καν να φανταστώ τι κάνανε αυτοί οι δυο όταν έγιναν ζευγάρι.

Έφυγα από την κηδεία θολωμένος. Διέσχισα το νεκροταφείο. Θυμήθηκα, χρόνια πριν... Με ένα φίλο μου πηγαίναμε τα βράδια στο ελληνικό κοιμητήριο και κατουρούσαμε τους τάφους. Όχι για να απελευθερωθούμε από το θάνατο, άλλα για να απελευθερωθούμε απ'τη νεκροφιλία των παπάδων. Οι κωλοτάφοι είναι εκκοσμικευμένη μετά-κοινωνική στρωμάτωση, ο φετιχισμός του εμπορεύματος έχει επεκταθεί στους τάφους. Στολισμένοι με πανάκριβα μάρμαρα με γλυπτά με ανθοδέσμες με χρυσάφια και φανφάρες σκαλισμένες πάνω τους, λόγια βαρύγδουπα, κενά. Ή όπως οι αιμοβόροι οι νεκρολάγνοι οι κωλοδημοσιογράφοι που πάνε και ρωτάνε «τι νιώθετε για το θάνατο του παιδιού σας;» ή βγάζουν λυρικές κορόνες σε κάθε ατύχημα, άκουγα προχθές την ελεεινή ανταπόκριση από την πτώση ενός καναντέρ σε μια πυρκαγιά : «οι πύρινες γλώσσες έγλυψαν για πάντα τα φτερά του νεαρού ικάρου»… Τι να πεις μωρέ για το θάνατο; Τι μπορείς να πεις και ταυτόχρονα να κρατήσεις την αξιοπρέπειά σου; Σκάσε βούλωσέ το, προσπέρνα το, τελείωσε. Οι καλύτεροι ήτανε οι Βίκινγκς άντρες μάγκες θαλασσοπόροι αρχιδάτοι. Είχανε λέει ανακαλύψει την Αμερική πριν τον Κολόμβο. Αυτοί όταν πέθαιναν τους βάζαν σε μια βάρκα την ξαμολούσαν στη θάλασσα και της βάζαν φωτιά με τα τόξα καθώς αρμένιζε στο ηλιοβασίλεμα. Τέτοιο θάνατο θέλω. Να πουληθούν, να χαριστούν όλα τα υπάρχοντά μου, τα προσωπικά μου αντικείμενα. Αποτέφρωση, να ρίξουν τη στάχτη μου στο Αιγαίο, να χαθώ, να μη μείνει τίποτα από μένα, να'ναι σαν να μην έχω υπάρξει ποτέ. Λήθη. Τίποτα.
Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 σχόλια: