ΟΝΗΣΙΛΟΣ ΠΑΥΛΙΔΗΣ- Η ΛΙΝΑ

Σχολιάστε...
Ξύπνησα οχτώ παρά, Σαββατιάτικα, μπήκα στο τρένο. Έγινα βραστή σαρδέλα επι πέντε ώρες. Κατέβηκα Λάρισα. Η Λίνα με περίμενε, τα πράσινα μάτια της πίσω από γυαλιά-καθρέφτες τυρκουάζ των 80s. Χαμογελούσε σαν τη Τζοκόντα, σαν να ξερε κάτι για μένα που εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να το συλλάβω, ας πούμε, τη μέρα που θα πέθαινα.

Περπατήσαμε στην άδεια πόλη. Τα σιντριβάνια είχαν σταματήσει. Τα μπετά άχνιζαν, Φαρ Ουέστ. Στα αστεία της, χαμογελούσα και τα ζυγωματικά μου ακουμπούσαν στον πυρωμένο σκελετό των ροζ ρέιμπαν μου. Είχε ξεχάσει το επίθετο μου. Εγώ θυμόμουν το δικό της, Αργυροπούλου. Εγώ, που δεν θυμάμαι τίποτα. Με πήγε στο αρχαίο θέατρο.

Τα απομεινάρια της φέρουσας τοιχοποιίας των αρχαίων παρασκηνίων ήταν καλά διατηρημένα. Οι πόρτες, οι διάδρομοι, εκεί έμπαιναν, από τή σκηνή πήγαιναν στα καμαρίνια και άλλαζαν. Εκεί ακριβώς, μπροστά μου, πέντε μέτρα και δυό χιλιάδες χρόνια απόσταση από μένα. Ζούσαν και αγαπούσαν και μισούσαν και ήλπιζαν και φοβόντουσαν και γελούσαν. Ο ήλιος τα έψηνε όλα γύρω μου. Ή πόλη άχνιζε και η Λίνα με την κάτασπρη επιδερμίδα υπέφερε.

Φύγαμε. Επέμεινα να πάμε για καφέ πριν τα κοψίδια. Με πήγε σε ένα κομψό σελφσέρβις με άνετο κόσμο. Για να πιεις ντεκαφεινέ ήθελες να’ρθουμε στο καφέ; με ρώτησε αυστηρά. Τα είπαμε. Μία περίληψη έξι χρόνων. Σπουδές, δουλειές, έρωτες, χωρισμοί, συγγενείς... Τι ώρα θα φύγεις; Αναλόγως, σκέφτομαι αν θα γυρίσω Αθήνα ή αν θα πάω Θεσσαλονίκη.

Πήγαμε στο ουζερί. Αλβανοί εργάτες, χοντροκομμένοι Βλάχοι με πρασινισμένα ξεθωριασμένα τατού, από πριν γίνουν μόδα, όταν ήταν αλητεία. Μπράτσα των χωραφιών και των γυμναστήριων στο ίδιο τραπέζι. Παραγγέλνουμε μπύρες. Τέσσερα πιάτα φαί σκάνε απροειδοποίητα. Κροκέτες, τυροκαυτερή, κοκκινιστό με πατάτες μύδια, γαλέος. Όλοι οι θαμώνες μας κοιτάνε γιατί λάμπουμε. Είμαστε σε μία αδιαπέραστη σφαίρα, αυτό είναι το δικό μας reunion. Πενήντα χρόνια περιμέναμε για αυτή τη βραδιά, πενήντα χρόνια περιμέναμε γιαυτή τη γιορτή...

Η Λίνα μου χαμογελάει συνέχεια, με τα μεγάλα ούλα της και τα καταπράσινα μάτια της, τα ξανθά μαλλιά πιασμένα κότσο και το κατάλευκο δέρμα της. Σοβαρή και αγοροκόριτσο και αισθησιακή όπως πάντα. Ούτε όμορφη ούτε άσχημη, μυστηριώδης, δύναμη της φύσης. Δεν μπορεί να μην μου γελάει, γιατί είναι ευτυχισμένη όταν με βλέπει, είναι τριάντα αλλά ξαναγίνεται το δεκαοκτάχρονο κοριτσάκι που γνώρισα. Μου γελάει γιατί είμαι ή φοιτητική της ζωή, ξέγνοιαστη, καβλωτική και αθάνατη.

Κι άλλες μπύρες. Τα τρανταχτά μας γέλια, οι φωνές μας, δύο ανθρώπων όλων κι όλων, γεμίζουν το κατάμεστο μαγαζί. Τα πιάτα συνεχίζουν να έρχονται με δική τους βούληση παρόλο που στο τέλος θα πλήρωνα μόνο δεκαεφτά ευρώ. "Ή επαρχία", όπως λένε κάποιοι Αθηναίοι λες και μιλάνε για την Ουγκάντα. Η επαρχία όμως, έχει ψυχή, έχει και γεύση, έχει και φιλοξενία. Ακόμα.

Μετά αρχίσαμε να μιλάμε για τους παλιούς συμφοιτητές. Ποιος παντρεύτηκε, ποιος τρελάθηκε, ποιος έφυγε Ολλανδία, Γερμανία, Αμερική, ποιος θα φύγει Καναδά. Κανένας δεν φαίνεται να γυρίζει προς το παρόν. Εκείνη σκεφτεται να καταψύξει τα ωάρια της. Μετά θυμηθήκαμε όλες τις βλακείες που κάναμε, τις καζούρες, τις καψούρες, την κλάψα μας και την γκρίνια τη φοιτητική και το ατέλειωτο διάβασμα, τους μαλάκες που δεν έδιναν σημειώσεις, τα κοπρόσκυλα και αυτούς που διαγράφηκαν, που τους διώξαν στα έξι χρόνια.

Τελικά τι ώρα θα φύγεις; Θεσσαλονίκη ή Αθήνα. Είχα τα χαρτιά με τα δρομολόγια μπροστά μου. Πάμε τώρα, της λέω, γυρναω Αθήνα, το τρένο φεύγει σε δεκαοχτώ λεπτά. Φάγαμε και το γλυκάκι, άφησα και μπουρμπουαρ, δύο ευρώ.

Στο σταθμό είχε μισή ώρα καθυστέρηση. Κάτσαμε λίγο, βγάλαμε μία φώτο την αντανάκλασή μας στον καθρέφτη μιας μεταλλικής, παλιάς ζυγαριάς, με επιγραφή "ΜΑΘΕΤΕ ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΣΑΣ. ΧΩΡΙΣ ΕΛΑΤΗΡΙΑ." Μετά μ’αγκάλιασε και φιληθήκαμε σαν φίλοι, αλλά όχι ακριβώς, σαν αδέρφια που ήταν εραστές όταν ήταν μικροί και αγνοί. Τα μάτια της ήταν κόκκινα και βουρκωμένα. Τα ήξερα καλά τα μάτια της. Και τα δάκρυά της. Δεν ήταν επειδή έφευγα, ήταν επειδή δεν είχα φύγει ποτέ. Επειδή ήξερε ότι την αγαπούσα, όχι σαν ερωμένη, ούτε σαν φίλη, αλλά όπως ένας άνθρωπος μπορεί να αγαπήσει έναν άλλο ακριβώς επειδή είναι ζωντανοί.

Μετά έφυγε. Έκανα ένα πουράκι. Ήπια μία κόκα κόλα. Μου έστειλε μήνυμα, Παυλίδη δεν θα σε ξεχάσω ποτέ. Το τραίνο έφτασε χωρίς άλλη καθυστέρηση. Ευτυχώς, γιατί αν αργούσε και άλλο είχα αποφασίσει να πάω Σαλονίκη.


Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 σχόλια: