MATINA NIKA - TO KOΧΥΛΙ ΚΑΙ Ο ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ

Σχολιάστε...
Φωτογραφία: Tony Katany
Ανηφόριζε η ομίχλη από την θάλασσα των Παγασών πηχτή κι αδιαπέραστη σαν εκπληρωμένη προφητεία. 
Μηχανικά ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών κι ένιωσε πάλι τους κόκκους της άμμου ανάμεσα στα δάχτυλα. 

Πρόσεχε πάντα να μην κάνει θόρυβο, ελαφριά πατούσε πάνω στα 
σκουρόχρωμα σανίδια, μίλαγε χαμηλόφωνα κι ώρες ατέλειωτες καθόταν ολομόναχη μπροστά στο παράθυρο με τραβηγμένες τις κεντητές κουρτίνες. 

Βαστώντας την αναπνοή της και με τα βλέφαρα σφαλιστά ακούμπησε το αφτί ακριβώς εκεί όπου ρόδιζε το στόμιο. 
Εκείνη που μπορούσε να μαντέψει από τον ήχο και μόνο του ανέμου αν οι σπιλιάδες σε όλο το μάκρος του κόλπου ήσαν μικρές ή μεγάλες, που μπορούσε με σιγουριά να πει το όνομα του βαρκάρη ακούγοντας μονάχα το λαμνοκόπημά του κι από των γλάρων το κρώξιμο να καταλαβαίνει αν η καταιγίδα θα κρατούσε για λίγο ή πολύ, τίποτε άλλο δεν άκουσε. 
Εκτός από το μακρινό κροτάλισμα της πριονοκορδέλας και το τρίξιμο από τα αναμμένα κούτσουρα στο τζάκι, τίποτε άλλο. 

Ένιωσε την ανατριχίλα που προκαλεί η επαφή με τις παγωμένες επιφάνειες, τα μάτια της να τσούζουν, μια γεύση στάχτης, ένιωσε κάτι σαν προδοσία. Και σαν ήττα.
Το διάφανο κρύσταλλο προφύλαγε τη ζωγραφιά, κάτω στα δεξιά είχε βάλει ο καλλιτέχνης την υπογραφή του, ποτέ όμως δεν κατάφερε να τη διαβάσει. Και ποτέ δεν ρώτησε να μάθει. Η διαδρομή ανάμεσα στις σπείρες και τις έλικες της έφερε ζαλάδα, θαύμασε για άλλη μια φορά την τεχνοτροπία και το ταλέντο του, παραπάτησε και πιάστηκε από το περβάζι. 
Ο πίνακας με το κοχύλι ήταν κρεμασμένος στον τοίχο, δίπλα στο παράθυρο του υπνοδωματίου. Τα περβάζια εδώ είναι χτισμένα στο εσωτερικό του σπιτιού για να μην στοιβάζεται πάνω τους το χιόνι. Εδώ επάνω ήταν και δυο μπουκάλια με τσίπουρο κι άλλα δυο με κρασί μπρούσκο, ένας χοντροφτιαγμένος, ξυλόγλυπτος κένταυρος κι ακουμπισμένες στην κόγχη ένα μάτσο γκλίτσες.
Όλα της φαίνονταν άγνωστα, όλα εχθρικά. 
Είχε και πάλι διακοπεί η ηλεκτροδότηση, η μυρωδιά του πετρελαίου από τη λάμπα θυέλλης της έφερνε βήχα, ο καπνός από τα μουσκεμένα ξύλα της έφερνε δάκρυα, τα δεδομένα που είχαν αλλάξει της έφερναν δάκρυα.

Στο καλντερίμι ξεχείλισαν τα πλαϊνά χαντάκια και κάμποσες πέτρες είχαν ξεκολλήσει από τους αρμούς μετά την τελευταία νεροποντή. Κι οι κάτοικοι μιλούσαν σ’ εκείνη τη διάλεκτο με τα λιγότερα φωνήεντα και τις συχνές σιωπές που δεν είχε προσπαθήσει να καταλάβει.

Στις εύξεινες, ξανθές ακτές που είχε ως τώρα ζήσει, οι άνθρωποι ήσαν πάντα χαμογελαστοί και το κρασί ήταν πάντα γλυκόπιοτο. 

Τα καλοκαίρια κατέβαινε ένα ευλογημένο αεράκι από τις πλαγιές του Πηλίου, θρόιζαν τ’ αλμυρίκια κι έλαμπαν τα οπωροφόρα, έλαμπαν και των ανθρώπων τα χαμόγελα. Χόρευαν απαλά η Γλαύκη, η Κυμοθόη κι η Ευδώρα με τα πλατύγυρα καπέλα τους και τις γυμνές τους πατούσες ακολουθώντας το τραγούδι από τα στόματα των κοχυλιών. 

Τις χειμωνιάτικες λιακάδες παιχνίδιζε το φως και πότε-πότε η μπουκαδούρα φρεσκάριζε τις μαλακές παρειές των κοριτσιών. Στα κτήματα και στις αυλές τα παλικάρια κατέθεταν αμαχητί τα όπλα τους κι όλοι μαζί έκαναν σπονδές στον έρωτα.

Μάταια είχε πέσει γονατιστή μπροστά στα πόδια του κύρη της και του χάιδευε τα γόνατα:
«Μη με στέλνεις στα ορεινά σεβαστέ μου πατέρα. Δεν θα αντέξω».

Κι όμως άντεχε.

Γιατί τα πρωινά ο νεαρός πρίγκιπας της πρόσφερε γλυκό του κουταλιού μέσα σε χλωρά πλατανόφυλλα.

Γιατί τις νύχτες κάλπαζαν μαζί ως τα υψίπεδα και τις κορφές. Ως το ανέσπερο ξέφωτο με τα γαλάζια κρίνα που ποτέ δεν μαραίνονταν και που μόνο εκείνος γνώριζε. Κι ως το επόμενο καλοκαίρι που ήταν πάντα πιο όμορφο από το προηγούμενο. 

«Δεν ωφελεί να είσαι συνεχώς υπεράνω» της έλεγε τις στιγμές που βρίσκονταν πρόσωπο με πρόσωπο.

Tην σκέπαζε στοργικά όταν κάποτε ξεπέζευαν, απλωμένη μια θαλπωρή σε όλο το δωμάτιο, όρθιος συδαύλιζε αυτός τη φωτιά, γέμιζε δυο ποτήρια, η αντανάκλαση και οι σκιές έκαναν πιο αισθητούς τους κοιλιακούς του Κούρου και τα ψηλόλιγνά του πόδια και δεν την πείραζε που αργούσε να ξημερώσει…
Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 σχόλια: