ΟΝΗΣΙΛΟΣ ΠΑΥΛΙΔΗΣ - ΒΟΛΤΑ ΣΤΟ ΣΟΥΝΙΟ

Σχολιάστε...
Συνήθως το πρωί έπινε μια κούπα γάλα. Αν πεινούσε πολύ τη ζέσταινε κιόλας για να τον πιάσει. Το ξυπνητήρι χτύπησε σαν εμβατήριο της Βόρειας Κορέας, του Κιμ γιονγκ ουγκ ή κάτι τέτοιο. Πετάχτηκε απ' το λήθαργο, πλύθηκε, ντύθηκε σαν αυτόματο και άνοιξε το ψυγείο. Το γάλα μύριζε, είχε λήξει εδώ και μέρες.

Πηγαίνοντας στο γραφείο χώθηκε στα στενά σ' ένα παντοπωλείο απ’όπου σπάνια ψώνιζε. Πάντα το έβλεπε περνώντας και του φαινόταν μίζερο, σαν αναχρονισμός. Είχε φθαρμένα αυτοκόλλητα της κόκα κόλα στα τζάμια και μια ταμπέλα βαμμένη στο χέρι που εδώ και χρόνια έγραφε "νεωτερισμοί". 

Στο μαγαζί, στρωμένο μωσαϊκό, ψηλά ράφια με κονσέρβες, πατατάκια, περιοδικά, τσάο, σοκ, 7μέρες τιβί, παραμορφωμένες σοκολάτες, παγωτά μέσα σ' ένα σκουριασμένο ψυγείο. Τι περίεργο πράγμα, πάντα αυτά τα κουτσομπολίστικα περιοδικά έχουν τη Μενεγάκη στο εξώφυλλο, σκέφτηκε.

Πηρέ ένα γάλα και πήγε στο ταμείο. Μια μικρόσωμη γριά ισα που φαινόταν πίσω απ' τον πάγκο. Ήταν σαν μην τον έχει δει καν. 

«Πόσο έχει;» Εκείνη ξύπνησε απ' το λήθαργο, γύρισε αργά, τον κοίταξε με βουρκωμένα μάτια.

«Κάτσε να δω». Άνοιξε ένα τεφτέρι με ορνιθοσκαλίσματα. Έτρεμε. 

«Καλά μη μου πεθάνεις κιόλας».

«Καλά θα 'ταν. Να ησυχάσω, να τελειώσουν τα βάσανα μου».

«Τι έγινε, τι έπαθες;» είπε εκείνος εύθυμα. 

«Βαρέθηκα να δουλεύω».

«Και εγώ».

«Εσύ;» 

Τον κοίταξε καλά καλά, της φαινόταν μικρός, αλλά δεν ήταν σίγουρη αν είναι. Τριαντάρης το πολύ, αλλά μπορεί και σαραντάρης που μικρόφερνε. Δεν ήταν ακριβώς άσχημος. Όχι άσχημος, κουρασμένος. Ένας πολύ κουρασμένος τριαντάρης ή ένας πολύ γενναίος σαραντάρης.

«Κάρτα παίρνεις;» Έβαλε το pin του λάθος. Το ξανάβαλε. Λάθος. «Δεν το πιστεύω ρε γαμώτο, απίστευτο, ξέχασα το pin μου».

«Εντάξει, ηρέμησε λίγο. Κάτσε λίγο να ηρεμήσεις, την τρίτη φορά σου κλειδώνει την κάρτα».

«Άρχισαν τα όργανα, άρχισα να ξεχνάω, αλτζχάιμερ».

Τον κοίταξε έντονα, κατάματα. 

«Και εγώ ξεχνάω. Παίρνω φάρμακα». Βούρκωσε. Έκατσε στο σκαμνάκι της, κρυμμένη πίσω απ' τον πάγκο με τις σκονισμένες τσίχλες, τις λιωμένες σοκολάτες και τα πλαστικά πιστολάκια. «Η κόρη μου έχει γενέθλια σε μια βδομάδα και δεν θυμάμαι πού έβαλα το δώρο».

«Μονή σου μένεις;»

«Ναι, ο άντρας μου συγχωρέθηκε, η κόρη μου είναι στο Λονδίνο. Είναι χρόνια εκεί, βρήκε καλή δουλεία και έμεινε».

«Είχα πάει πριν είκοσι χρόνια στο Λονδίνο, διακοπές».

«Θα 'ρθει για τα γενέθλια της και δεν θυμάμαι πού το 'βαλα. Θα 'ρθει να με πάρει να πάμε στο Σούνιο. Μικρή τρελαινόταν για τη θάλασσα, εκεί την πηγαίναμε».

*

Είχε ένα πύργο και ένα λαπτοπ. Δυο οθόνες πάνω στο γραφείο του διπλά σε μια στίβα δικόγραφα. Ένιωθε παντοδύναμος, έχω το μαχαίρι έχω και την πίτα. Κάθε πρωί, όμως, που η συνείδησή του δεν είχε ξυπνήσει πλήρως και ήταν ένα ζόμπι που ακλουθούσε τη μυρωδιά του καφέ, μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, έβλεπε το μικρό καραβάκι πάνω στο γραφείο του. Ένα ιστιοφόρο του δεκάτου ενάτου αιώνα. Τότε πάντα θυμότανε το στίχο: "θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές κάνοντας αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία" και το ποίημα εκείνο απ' το Δημοτικό, το Στρατή, "όταν πεθάνω βρε Γιωργή βαλε στον τάφο μου πανιά, πες πως ταξιδέψε κι αυτός ο τυχερός ο τυχερός". 

Μετά βλέπει τα mail του, τις παγκόσμιες εξελίξεις στο googlenews, πίνει τον αχνιστό μυρωδάτο καφέ και ξεκίναει δουλειά. Το καραβάκι κρύβεται πίσω απ' τη μολυβοθήκη, τα ποτήρια και τη συσκευή του τηλεφώνου. Ως το άλλο πρωί που το γραφείο είναι καθαρό οι υπολογιστές κλειστοί κι η μόνη παραφωνία σ' αυτήν την τάξη κι ασφάλεια, είναι ένα μικρό ιστιοφόρο που πλέει για πάντα με όλα του τα πανιά ανοιχτά. Αρμενίζει να φτάσει εκεί, για εκεί που εκείνος δεν ξεκίνησε ποτέ.

Το μεσημέρι έκανε διάλλειμα. Μπήκε στο site car.gr ενώ μασουλούσε μια σπανακοτυρόπιτα και γέμιζε φύλλα και λάδια τα δικόγραφα. Άρχισε να ψάχνει για ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο. Όχι οποιοδήποτε, αλλά ένα συγκεκριμένο αυτοκίνητο. MAZDA MX5. Το εφηβικό του όνειρο. Έβαλε το χέρι του στον κάδο και βρήκε την απόδειξη απ' το γάλα. Πήρε τηλέφωνο στο ψιλικατζίδικο.

«Έλα, εγώ είμαι. Που είχα έρθει το πρωί και πηρά γάλα και μου 'λεγες για τα γενέθλια της κόρης σου. Ναι, ωραία, λοιπόν το Σαββάτο θα 'ρθω να σε πάρω να πάμε βόλτα στο Σούνιο. Να το σημειώσεις, κόλλα το μπροστά σου και δεν θα το ξεχάσεις».

  *

Πάρκαρε στην άκρη του δρόμου, δίπλα σε κάτι άδεια τραπέζια πικνίκ. Τράβηξε για δεύτερη φορά στη ζωή του το χειρόφρενο του μάζντα και άναψε ένα κάμελ. 

«Σ' ενοχλεί;»

«Όχι, ο μακαρίτης κάπνιζε σαράντα χρόνια. Ρόθμανς, εγγλέζικα. Έπλενα τις κουρτίνες και στάζαν τσιγαρίλα. Τα χαλιά, τα τραπεζομάντηλα, τα σεντόνια, όλα πότισαν, κιτρίνισαν». 

«Και εσύ πότισες». Η γριά ξεκαρδίστηκε. «Το βρήκες το δώρο;»

«Σήκωσα όλο το σπίτι, δεν ξέρω τι έγινε, ξεκούτιανα τελείως».

Μπροστά τους ο γκρεμός κατάφυτος με δέντρα κατηφόριζε στα σύνορα που ο γαλάζιος ορίζοντας έσμιγε με το μπλε της θάλασσας.

«Κάθε μέρα είναι και χειρότερα. Σήμερα ήρθε μια κυρία και μου λέει, "Άννα τι κάνεις;" Δεν ήξερα τι να της πω. "Γεια σας", της είπα. "Δε με θυμάσαι; ερχόμουν κάθε μέρα πέρσι. Δεν θυμάσαι που είχα καρκίνο και είχε πέσει το μαλλί μου και μου 'κανες δώρο μια μαντήλα;"». Τον κοίταξε σαν να περίμενε κάτι. «Πώς μπόρεσα να ξεχάσω κάτι τέτοιο;» 

Εκείνος κοιτούσε τη θάλασσα. Δεν μιλούσε. Νομίζω οτι κάτι χάθηκε από μέσα μου. Απλά προσποιούμαι ότι είμαι ζωντανός. Κρατούσε την παλιά κάρτα ανεργίας στο πορτοφόλι του για να θυμάται. Για να μη ξεχάσει. Ποτέ.

«Χάνω την ψυχούλα μου». Έκλαιγε με αναφιλητά. 

«Έκατσα στην Πρόνοια. Μαζί με τα πρεζάκια, τις πόρνες και τους γύφτους. Τους τελειωμένους όλους, τα κατακάθια της κοινωνίας, για να βγάλω βιβλιάριο υγείας απόρου, για να κάνω μαγνητική. Τρεις μήνες με πονούσε ο ώμος. Τρία χρόνια άνεργος. Η υπάλληλος, μια κοντόχοντρη πενηντάρα με αγορέ μαλλί διάβασε την αίτησή μου. Σήκωσε τα μάτια και με κοίταξε γουρλωμένη μέσα απ' το γκισέ. "Δικηγόρος; Και εσείς εδώ;"» Και εμείς.

«Φαίνεσαι τόσο νέος».
«Βάζω αγγουράκια στα μάτια και μπριζόλες στα μάγουλα». Εκείνη χαμογέλασε. «Κανά πέντε έξι χρόνια ακόμα έχω και θα γεράσω απότομα, θα γίνω στάχτη».
«Γιατί το λες; 
«Κρατάω σφιχτά μέσα μου όσα έγιναν και κάποια στιγμή δεν θ' αντέξω και θα ξεχειλίσουν απ' τους πόρους μου και δεν θα 'μαι σαν το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ, γερός κι άσχημος, θα 'μαι απλά θλιμμένος. Δεν έχουν βγάλει κρέμες και πλαστικές για την θλίψη.

Εκείνη κοίταξε τα πόδια της. Πέρασε το χέρι του πάνω στους μικροσκοπικούς ώμους της, «έλα, δεν πειράζει, θα της πάρουμε άλλο».

*

Πέρασε σχεδόν ένας μήνας απο τότε που την άφησε έξω απ' το σπίτι της. Καμπουριασμένη, τυλιγμένη στο γκρι ζακετάκι της, τον κοιτούσε με θολωμένα μάτια που μάρσαρε ξεμακραίνοντας και του έγνεφε. Εκείνη τη μέρα αποφάσισε να μην ψωνίσει απ' το συνηθισμένο του σουπερμάρκετ. Μπαίνοντας την είδε κουλουριασμένη πίσω απ' τον πάγκο να παραμιλάει.
«Τι έπαθες πάλι;» είπε και αντίκρισε το κενό της βλέμμα.
«Η κόρη μου έχει γενέθλια σε μια βδομάδα και δεν θυμάμαι που έβαλα το δώρο». 
«Έλα δεν πειράζει θα πάρουμε άλλο». Της σκούπισε τα μάτια, πηρέ ένα γάλα και πλήρωσε. Φεύγοντας στάθηκε στην πόρτα, γύρισε και της είπε, «θα περάσω το Σαββάτο να σε πάρω να πάμε βόλτα στο Σούνιο».
Τον κοίταξε με έκπληξη. Μετά έλαμψε ολόκληρη. Του χαμογέλασε και σαν να του φάνηκε πως βαθιά μέσα της τον θυμότανε.

Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 σχόλια: