ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗΣ- ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΟΙΑ

Σχολιάστε...
-Είσαι κλέφτης, είσαι κλέφτης! Θα φωνάξω την αστυνομία!

Σταυροδρόμι στον κάμπο. Μια Mercedes του 90 παρκαρισμένη στον αγροτικό χωματόδρομο. Στον ασφαλτόδρομο στη δεύτερη οδό, που εξυπηρετεί ένα σύμπλεγμα νέων σπιτιών κάτω από μια συκιά ένα Renault ανοιχτό με μια νεαρή κυρία που κορνάρει και επαναλαμβάνει το "είσαι κλέφτης". Στη συκιά γαντζωμένος με μακρύ-κοντό παντελόνι ο κύριος Περικλής μαζεύει σύκα χρησιμοποιώντας δυο με τρεις σακούλες γνωστού σούπερ μάρκετ. Με το "είσαι κλέφτης" αρχίζει να κατεβαίνει από το δέντρο. Η νεαρή κυρία έχει μπροστά της έναν υπέργηρο κύριο, πρέπει να είναι γύρω στα 75 με πρόσωπο αποστεωμένο και μάτια γλυκά. Της έκανε εντύπωση η ταχύτητα και ο τρόπος που κατέβηκε από το δέντρο. Δεν ήταν έτοιμη να δει αυτή την εικόνα. Ετοιμάζεται να φύγει. Ο Περικλής την παρακαλεί να σβήσει τη μηχανή, πράγμα που κάνει σαν υπνωτισμένη.

- Ναι είμαι κλέφτης. Αυτό το κάνω κάθε 19 Αυγούστου. Τα σύκα αρέσουν της Ασπασίας. Της κάνουν καλό. Και μόνο γι αυτό θα συνεχίζω να κλέβω σύκα πάντα από αυτό το δέντρο που είναι σκέτη πρόκληση. Από τη μια πλευρά μου δίνει τους πιο γλυκούς καρπούς, από την άλλη την αφήνω να με πληγώνει με τους γαλακτισμένους χυμούς της που βγάζει στα πόδια μου. Είναι το αντίτιμο. Το αγαπώ αυτό το δέντρο. Μοιάζει της Ασπασίας. Μισό λεπτό σε παρακαλώ.

(Ανεβοκατεβαίνει από το δέντρο με μια σακούλα γεμάτη.)

- Θα παρακαλούσα να τα δεχτείτε και ας είναι κλεμμένα. Είναι πολύ γλυκά και είναι μαγικά. Δώστε και στο σύζυγό σας.

- Δεν είμαι παντρεμένη.

- Τότε στο σύντροφό σας. Α, το ξέχασα. Στις 15 Σεπτέμβρη θα είμαι στην 9η οδό όπου έχει δύο καρυδιές. Της Ασπασίας της αρέσουν τα φρέσκα ξεφλουδισμένα καρύδια.

- Είναι και αυτά μαγικά;

- Το μόνο σίγουρο!

Η νεαρή κυρία φεύγει με το αυτοκίνητό της. Τα σύκα είναι ιδιαίτερα γλυκά, ξεχωρίζει μερικά μεγάλα.

Ο κύριος Περικλής βάζει τις δυο σακούλες στο πορτ μπαγκάζ. Το σπίτι του είναι στο ύψωμα, ένα χιλιόμετρο από τη συκιά. Βάζει τη mercedes στο γκαράζ και κλειδώνει. Ξαφνικά βρίσκεται σε σύγχυση. Τα βήματά του τον πάνε στην εξώπορτα του σπιτιού. Εκεί τον περιμένει τρεις ώρες ένα ταξί. Ο οδηγός προθυμοποιείται να τον βοηθήσει με τις σακούλες. Δεν τις δίνει, κάθεται στο πίσω κάθισμα χαμογελαστός. Τα πόδια του τον φαγουρίζουν ασταμάτητα. Βλέπει την Ασπασία στο τραπέζι να χαμογελά, τρώγοντας τα καθαρισμένα από τον ίδιο μαγικά σύκα. Είναι πάλι μαζί. Ήταν 45 χρόνια μαζί. Έφυγε πριν 6 μήνες από καρκίνο χαμογελώντας.

Πριν από 8 μήνες ο κύριος Περικλής είχε αρχίσει να έχει απώλεια μνήμης και να δυσκολεύεται ακόμα να κατονομάσει τους φίλους του. Ποτέ δεν ξέχασε όμως το Ασπασία γιατί έτσι ονομάτιζε τα πάντα. Ο οδηγός του ταξί τον οδηγεί στην κλινική ευγηρίας. Ζητά από την νοσοκόμα ένα μεγάλο δίσκο. Βάζει τα σύκα με τρόπο και περιφέρεται στο διάδρομο. Προσφέρει πρώτα στην νοσοκόμα αποκαλώντας την Ασπασία. Συνεχίζει την προσφορά του μόνο σε γυναίκες αποκαλώντας τες με το όνομα της γυναίκας του, μέχρι που τελειώνουν. Στα δυο τελευταία έχει βουρκώσει. Δεν μπορεί να θυμηθεί το πρόσωπο της Ασπασίας.

Στις 15 Σεπτέμβρη η νεαρή κυρία είναι στην 9η οδό. Περνά ανάμεσα από τα χαλαρωμένα συρματοπλέγματα της περίφραξης. Στην αρχή κάθεται στη σκιά της μεγάλης καρυδιάς στο έδαφος. Άρχισε να βαριέται. Σε αρκετά κλαδιά υπάρχουν καρύδια με το πράσινο περίβλημά τους. Με ένα ξεραμένο κλαδί από το έδαφος ρίχνει αρκετά και μερικά απ το πέσιμο απαλλάσσονται από το περίβλημα τους. Με μια πέτρα τα σπάει, δοκιμάζει ξεφλουδίζοντάς τα. Η γεύση τους μοναδική. Πίσω από το παρκαρισμένο αυτοκίνητό της σταματά ένα τζιπ. Κατεβαίνει ένας νεαρός κύριος περίπου στην ηλικία της.

- Τι έχετε πάθει;

- Είμαι κλέφτρα καρυδιών, αν θέλετε μπορείτε να φωνάξετε την αστυνομία.

- Δεν έχω καμία διάθεση (και με κλειδί ανοίγει την πόρτα του περιφραγμένου χώρου)

- Είστε ο ιδιοκτήτης;

- Ναι, ήρθα να αφήσω την πόρτα ανοιχτή για κάποιον φίλο.

- Τον κύριο Περικλή;

- Μπορώ να καθίσω μαζί σας περιμένοντάς τον;

- Μα δικό σας είναι το οικόπεδο.

Η ώρα περνά. Κανείς από τους δυο δεν σηκώνεται να φύγει. Τα καρύδια είναι μαγικά. Αισθάνονται υπέροχα ξεφλουδίζοντας καρύδια. Τα δάχτυλα τους έχουν πρασινομαυρίσει.

- Δεν θα έρθει. Τον είχα γνωρίσει πάνω στην καρυδιά, όπως εσύ είχε ένα σκουπόξυλο και με αυτό χτυπούσε τα κλαδιά. Ήταν πολύ ψηλά, σχεδόν στην κορυφή του δέντρου. Όταν τον ρώτησα γιατί το κάνει μου απάντησε χωρίς να κατέβει ότι είναι κλέφτης καρυδιών κι ότι θα υποστεί τις συνέπειες. Άρχισε να κατεβαίνει με ευκολία και όταν βρέθηκε μπροστά μου, χωρίς να πάρει ανάσα, συνέχισε. Έχω μια δικαιολογία, τα καρύδια αρέσουν της Ασπασίας. Του απάντησα αν είναι έτσι τότε πάρε όσα θέλεις. Εκείνη τη στιγμή για πρώτη φορά στη ζωή μου είδα τα πιο γλυκά δακρυσμένα μάτια. Τον ρώτησα γιατί τα κλέβει, του λέω δεν φαίνετε να έχετε ανάγκη από χρήματα. Μου απάντησε έχω ανάγκη να βλέπω την Ασπασία να χαμογελά, γιατί γνωρίζει ότι τα κλέβω γι αυτήν και από τη στιγμή που ανεβαίνω στο δέντρο γι' αυτήν είμαι υγιής. Φοβάται μην πεθάνω. Το να δώσω χρήματα δε μου λέει τίποτα. Το να κουραστώ να προσπαθήσω ακόμα και να πέσω από το δέντρο είναι το αντίτιμο μιας ζωής ονειρεμένης, μαγικής που τελειώνει βιολογικά. Θέλω να μοιράζομαι τον πόνο της και τελειώνοντας για να μην σε κουράζω άλλο κι εγώ είμαι ασθενής στο αρχικό στάδιο. Έχω αρχίσει να μην θυμάμαι ονόματα. Ούτε το όνομα της αρρώστιας μου. Γι αυτό όταν με ρωτούν τους απαντώ Ασπασία. Την συκιά, τις καρυδιές, το αυτοκίνητο μου, τα πάντα έχουν το όνομά της. Θέλω να πιστεύω ότι με αυτόν τον πρακτικό τρόπο θα το θυμάμαι για πάντα. Ξεκινήσαμε με τη βοήθεια της τύχης έναν μεγάλο έρωτα. Και καταλήξαμε σε μαγική αγάπη. Είμαι ένας σχιζοφρενής ερωτευμένος. Κι έτσι τελείωσε η κουβέντα μας.

- Ας φύγουμε σε παρακαλώ.

- Και τα καρύδια που είναι κάτω;

- Άστα σε περίπτωση που θα έρθει.

- Έχω ανάγκη από ένα κρύο ποτό.

- Φεύγουμε με ένα αυτοκίνητο.

Στο γυρισμό κάτω από την καρυδιά δεν υπάρχει ούτε ένα καρύδι. Στη βάση του δέντρου δυο μεγάλα καρύδια χωρίς το περίβλημα τους.

- Διάλεξε ποιο από τα δυο θέλεις.

- Γιατί δεν είναι τα ίδια;

- Όχι το ένα είναι μαγικό και το άλλο τυχερό.

- Το μαγικό.

- Δυστυχώς πρέπει να χωρίσουμε.

- Δεν είναι απαραίτητο. Θα περάσω να σε πάρω από το σπίτι σου στις 10. Η Θεσσαλονίκη είναι άδεια. Θα είναι όμορφα. Που μένεις;

- Στη δεύτερη οδό. Εκεί που τελειώνει ο δρόμος.

- Είμαι ασυγχώρητος. Δεν έχουμε καν συστηθεί. Ανδρέας.

Με δυσκολία ψελλίζει το όνομα:  "Άσπα, από το Ασπασία."
Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 σχόλια: